Kristi Stassinopoulou

Το διεθνές πρόσωπο της ελληνικής φολκ

Tο κουδούνι τους γράφει “Κρίστη Στασινοπούλου – Στάθης Καλυβιώτης”, αλλά το ζεύγος έχοντας κατακτήσει μια θέση στη μουσική κοινότητα της world σκηνής λείπει διαρκώς σε ταξίδι για δουλειές. Η μετακίνηση είναι μέρος της ζωής τους και πηγή της έμπνευσής τους. Το τελευταίο τους άλμπουμ “Greekadelia” ταξιδεύει και εμάς έχοντας μια πρωτιά, αφού εδώ και δύο μήνες είναι Νο 1 στα World Music Charts Europe

Είναι ίσως η μόνη ελληνίδα μουσικός που μένει εδώ, αλλά ζει αλλού. Στη μεγάλη κοινότητα των μουσικών του κόσμου οι συνεχείς μετακινήσεις και οι συναντήσεις είναι τρόπος ζωής. Λίγο να κάνεις τον κόπο να ανακατέψεις τη χύτρα της world μουσικής, θα βρεις το όνομά της να ξεχωρίζει από τα τέλη του 1990.

Πότε στα ύψη των World Music Charts Europe (που διαμορφώνεται από 45 ραδιοφωνικούς παραγωγούς της Ευρώπης), πότε στις επιλογές καταξιωμένων world περιοδικών, πότε στους καλλιτέχνες που συμμετέχουν στα Womex, πότε σε εξώφυλλα περιοδικών όπως το βρετανικό “Folk Roots”, το εγκυρότερο του είδους, όπου “η Μπγιορκ της Μεσογείου” – έτσι την είχε χαρακτηρίσει κάποτε η ισπανική “El Pais” – βλέπει τη φωτογραφία της για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν το 2003) στο τεύχος που κυκλοφορεί αυτή την εποχή.

Ο λόγος; Ενα άλμπουμ ακόμη, το “Greekadelia” (River Boat Records), μια δουλειά που εδώ και δύο μήνες της έδωσε μία ακόμη πρώτη θέση στη λίστα των World Music Charts και συνοδεύτηκε από πολλά αστέρια στις βρετανικές εφημερίδες “The Guardian” και “The Independent”. Στο “Greekadelia” ωστόσο υπάρχει μία πρωτιά. “Είναι το πρώτο που φτιάξαμε με τον Στάθη Καλυβιώτη ως ντουέτο”, λέει. Που σημαίνει ότι έπαιξαν οι ίδιοι όλα τα όργανα, δίνοντας έμφαση στο λάιβ λούπιν πείραμα (ηλεκτρονική επεξεργασία των ήχων την ώρα που παίζονται) που είχαν δοκιμάσει στα λάιβ τους εδώ και στο εξωτερικό. Ντουέτο στη μουσική, αλλά… ουάν μαν σόου στην ηχογράφηση και στο ρεμίξ o Στάθης. Η συνέχεια γνωστή εδώ και χρόνια. Ανεύρεση δισκογραφικής εταιρείας, μάρκετινγκ, δημόσιες σχέσεις, εμπορικές συναλλαγές, κλείσιμο συναυλιών, ταξίδια κ.λπ. με την απλή μέθοδο του do it yourself – πολλά χρόνια προτού η εν λόγω έκφραση καθιερωθεί ως όρος στη “γλώσσα” της μουσικής. Ενα μικρό “εργαστήρι” δημιουργίας και κίνησης της μουσικής τους και του εαυτού τους μέσα από το λάπτοπ τους. Ετσι απλά. “Ολα έχουν τα συν και τα πλην τους”, λέει. “Το να εκπροσωπείς τον εαυτό σου μόνος σου μπορεί να είναι μια δεύτερη, χρονοβόρα, δουλειά, αλλά είσαι ελεύθερος εντελώς να κάνεις ό,τι μουσική θέλεις. Και έπειτα απ’ όλα αυτά τα χρόνια που έχουμε εμείς το κουμάντο της δουλειάς, η συνεννόηση είναι πιο εύκολη – και με τις δισκογραφικές του εξωτερικού και με τους ατζέντηδες των φεστιβάλ. Γιατί είναι άνθρωποι σαν κι εμάς. Μπορούμε να πιούμε και μια μπίρα μαζί, που λέει ο λόγος… Μιλάμε την ίδια γλώσσα, και ας είναι από αλλού. Ελληνας, Γάλλος ή Βραζιλιάνος, δεν έχει σημασία τελικά. Σημασία έχει ο κοινός τρόπος σκέψης, η κοινή ματιά”.

Ύφος μουσικό; Εχοντας ως αφετηρία (όπως πάντα) την ελληνική παραδοσιακή μουσική, αυτοσχεδιάζουν περνώντας άλλοτε μέσα από την ινδική παράδοση, άλλοτε μέσα από τη ροκ ψυχεδέλεια, την νταμπ, την ηλεκτρονική. “Μας αρέσει να πειραματιζόμαστε διαρκώς. Και ο Στάθης έχει μια ευκολία ως μουσικός αλλά και ως άνθρωπος της τεχνολογίας. Το λάιβ λούπιν το έκανε στην αρχή σε μικρά κλαμπ εδώ και στο εξωτερικό, και τελικά αποφασίσαμε να κάνουμε έτσι έναν δίσκο”.

Όσοι έχουν παρακολουθήσει την Κρίστη και τον Στάθη – σύντροφοι στη ζωή και στη μουσική εδώ και μία 25ετία – ξέρουν ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε τυχαία. “Ακόμη και η επαφή που έχουμε αποκτήσει με εταιρείες που ειδικεύονται στη world”, λέει η ίδια, “είναι μια ιστορία που ξεκίνησε από τα μέσα του 1990, όταν ακόμη η Λύρα προσπαθούσε να ανοίξει πόρτες για ένα ρεπερτόριο που είχε τις δυνατότητες να κινηθεί στο εξωτερικό. Ετσι ξεκινήσαμε. Οταν κατέρρευσε το σύστημα των δισκογραφικών, εμείς αποφασίσαμε να το παλέψουμε και συνεχίσαμε μόνοι μας”. Δεν είναι δρόμος σπαρμένος με τριαντάφυλλα. Ποτέ δεν ήταν. Ωστόσο η θέση της (τους) ήταν ξεκάθαρη

“Μια ζωή άκουγα “άνοιξε λίγο το κοινό σου”. Εγώ έλεγα “όχι”. Βοήθησέ με να φτάσω στο κοινό που ενδιαφέρεται γι’ αυτό που κάνω”. Ο κόσμος όπου κινούμαστε τώρα, αυτός που συναντιέται κάθε χρόνο στα Womex και στα διάφορα φεστιβάλ, μπορεί να μην έχει εκατομμύρια ακροατές που έχει η ποπ, έχει όμως έναν ικανό αριθμό που στηρίζει τη σκηνή”, λέει. Και εδώ στην Ελλάδα; “Ασφαλώς μας ενδιαφέρει η Ελλάδα, αλλά εδώ κάνουμε ό,τι κάναμε χρόνια. Σε μικρά κλαμπάκια, σε μικρές μουσικές σκηνές, όπου κλείσουμε πηγαίνουμε”.

Επιστροφή στα πρώτα χρόνια της καριέρας της στα τέλη του 1970. Την εποχή όπου η ελληνική μουσική περνούσε τη φάση της μεταπολιτευτικής της ενηλικίωσης η νεαρή Κρίστη έκανε τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα. Γιατί προτού γίνει “πολίτης του κόσμου” ήταν πολίτης των Εξαρχείων – “η γειτονιά όπου έζησα και μεγάλωσα”. “Ανετα παιδικά χρόνια”, λέει η ίδια. “Χορτασμένο παιδί. Από καλή μεσοαστική οικογένεια, με αγάπη και ηρεμία”.

Η μουσική, το γράψιμο, η ζωγραφική, το θέατρο ήταν από τα γυμνασιακά της χρόνια στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της. Η τέχνη ως μέσο έκφρασης σε όλες της τις εκφάνσεις. Αλλά πάντα με ερωτήματα για το τι απ’ όλα αυτά τα “ωραία” να διαλέξει. “Διάφορα έκανα”, λέει. “Δεν στεκόμουν εύκολα σε κάτι”. Από “μούσα” του γνωστού εξαρχειώτικου μπαρ “Τιπούκειτος” – “προτού εμφανιστεί εκεί η Φλέρυ Νταντωνάκη, όταν ο κόσμος ούτε τον “Μεγάλο Ερωτικό” είχε πάρει είδηση, ούτε την ίδια γνώριζε” – έως ελληνίδα ποπ στη Γιουροβίζιον του ’83. Ενδιαμέσως η γυναικεία φωνή που συνόδευε τον Σιδηρόπουλο, τον Ζωρζ Πιλαλί, τον Πορτοκάλογλου και άλλους στο An Club και στο Green Park.

“Βιοποριζόμουν από τη δουλειά και έκανα ό,τι έπρεπε να κάνω για να μπορώ να ζήσω από αυτό. Στην κόψη ενός ξυραφιού, ανάμεσα στο “εμπόριο” και σε αυτό που ήθελα να κάνω. Τελικά τα κατάφερα. Εκανα αυτό που ήθελα. Αλλά αυτό οφείλεται και στο ότι γνώρισα τον Στάθη”, λέει σήμερα. Ζιγκ-ζαγκ ο δρόμος της, αλλά η κατάληξη ευτυχής – αν μπορεί να πει κανείς στις ημέρες μας τη λέξη αυτή… “Κοιτάξτε, εγώ και ο Στάθης ζούμε πολλά χρόνια σαν μοναχοί. Διακοπές free camping. Αυτοκίνητο το ίδιο εδώ και 20 χρόνια. Και κινητό το δεύτερο που άλλαξα. Δεν θέλω να γκρινιάζω, γιατί αυτό που κάνουμε μας “πληρώνει” αλλιώς, αλλά τα πράγματα ούτε ήταν ούτε είναι εύκολα. Πόσω μάλλον τώρα… Ευτυχώς που η ψυχοθεραπεία μου δεν ήταν ποτέ οι βιτρίνες”.

της Χάρης Ποντίδα για την εφημερίδα Τα Νέα