Kristi Stassinopoulou

Συνέντευξη στο avopolis

Απ’ την κορυφή των ευρωπαϊκών World Music Charts (για τον μήνα Σεπτέμβριο), μαζί κι από κάποιον καφενέ της ελληνικής επικράτειας, Κρίστη Στασινοπούλου και Στάθης Καλυβιώτης περί φαινομενικών οξύμωρων, ψυχεδέλειας και ηχητικής παράδοσης του τόπου, με αφορμή την έκδοση της νέας τους δουλειάς Greekadelia, αλλά και την ανακοίνωση ενός live για την επόμενη Παρασκευή 16 Νοεμβρίου, στην Άλλη Όχθη…

Όχι μόνο με αφορμή το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, αλλά και στο πλαίσιο της συνολικότερης πορείας σας: πόσο ενοχλητικό είναι αυτό το χάσμα μεταξύ της αποδοχής που απολαμβάνετε σε διεθνές επίπεδο και της ανταπόκρισης του εγχώριου κοινού;

Κρίστη Στασινοπούλου: Δεν βρίσκω καθόλου ενοχλητικό αυτό που μας συμβαίνει… Να ομολογήσω ότι, αντιθέτως, μού αρέσει. Το κοινό μας εδώ είναι λίγοι και καλοί. Είναι άτομα που θα μπορούσαν να είναι φίλοι μου, θα μπορούσα ευχαρίστως να κάνω παρέα μαζί τους. Του ίδιου μήκους κύματος. Παίζουμε σε μικρούς χώρους και περνάμε πολύ καλά μαζί! Ποτέ δεν είχα το ψώνιο να κυκλοφορώ στον δρόμο ή στα μπαρ της Αθήνας και να με αναγνωρίζουν. Πάντα όμως με ενδιέφερε και ήθελα να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου με το δικό μου τρόπο και γούστο, αλλά και να μπορώ να ζω απ’ αυτήν. Κάτι που καταφέραμε με την έξοδό μας από τα σύνορα της χώρας. Το άλλο όνειρό μου, ανέκαθεν, ήταν να ταξιδέψω στον κόσμο. Που επίσης έγινε και γίνεται. Οπότε όχι μόνο δεν έχω παράπονα, αλλά αισθάνομαι και τεράστια ευγνωμοσύνη που λίγο οι επιλογές μου, λίγο η τύχη, το ’φεραν να συμβούν όλα αυτά.

Η παγκόσμια σκηνή της world music είναι μια σκηνή που κινείται από ανεξάρτητες εταιρίες, διαδίδεται με τα δικά της ραδιόφωνα, τα δικά της φεστιβάλ, τα δικά της κλαμπ ανά τον κόσμο, μέσα από ανεξάρτητα, εναλλακτικά κυκλώματα. Απλά πρόκειται για κανάλια επικοινωνίας τα οποία στο εξωτερικό λειτουργούν πιο καλά και πιο αποτελεσματικά από τα αντίστοιχα εδώ. Έτσι ένας καλλιτέχνης του συγκεκριμένου χώρου μπορεί να κινείται και να βιοπορίζεται σε μεγαλύτερη ακτίνα από εκείνην της μίας και μόνο χώρας.

Στάθης Καλυβιώτης: Και οι τέσσερεις τελευταίοι δίσκοι μας έχουν μπει  στο τοπ-10 των World Music Charts Europe. Οι δύο έφτασαν μάλιστα και στο νούμερο 1. Αν δεν υπήρχε αυτή η αποδοχή στο εξωτερικό υποθέτω ότι θα είχαμε σταματήσει να παίζουμε σε συναυλίες και κλαμπάκια, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Απ’ την άλλη έχει πλάκα, τη μία να παίζεις στο εξωτερικό στη σκηνή ενός φεστιβάλ με 7.000 κοινό και την άλλη σε ένα μικρό κλαμπάκι στην Αθήνα σε… εφτά άτομα!

Σας απασχολεί η εξήγηση του φαινόμενου; Ξέρετε, δεν είναι λίγα τα ανά τον κόσμο αντίστοιχα παραδείγματα. Προφανώς, βέβαια, σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή άλλες φορές ένας τοπικός πολιτισμικός κώδικας γίνεται γέφυρα για τον δημιουργό, κι άλλες απροσπέλαστος φράχτης…

Σ. Κ.: Σε πολλές χώρες και με πολλούς άλλους συμβαίνει αυτό το πράγμα. Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα ανθρώπων που το έργο τους έγινε πρώτα γνωστό κάπου αλλού και κατόπιν στη χώρα τους. Από τον Leonard Cohen και τον Cave μέχρι τους Tarika και την αναβίωση πολλών τοπικών μουσικών, οι οποίες κινδύνευαν να εξαφανιστούν αν δεν αποκτούσαν διεθνές ενδιαφέρον. Και δεν συμβαίνει μόνο στη μουσική αυτό.

Κ. Σ.: Στις μέρες μας, που όλος ο κόσμος ομογενοποιείται και τείνει στο να γίνει ίδιος, πιστεύω ότι κάθε τοπικός πολιτισμικός κώδικας μπορεί να γίνει γέφυρα για τον δημιουργό και όχι φράχτης. Γιατί όλο το μη εφησυχασμένο κοινό εκεί έξω έχει βαρεθεί εδώ και δεκαετίες να ακούει τα ίδια πράγματα, τους ίδιους ήχους, τις ίδιες μουσικές μανιέρες. Και ψάχνει να ανακαλύψει και να ακούσει κάτι καινούριο, κάτι με δική του ταυτότητα και με ένα προσωπικό στίγμα.

Μήπως έτσι δημιουργείται όμως μια ψευδαίσθηση; Καθώς το διεθνές κοινό λαμβάνει, και βεβαίως απολαμβάνει, μια πολύ συγκεκριμένης λογικής εκδοχή της εκάστοτε σύγχρονης εγχώριας μουσικής.

Κ. Σ.: Κάθε εκδοχή δεν αποκλείει τις άλλες από το να υπάρχουν.

Σ. Κ.: Είναι ένα ζήτημα που με απασχολεί. Κάποιες μουσικές που μου αρέσουν όταν τις πρωτο-ακούω, δεν ξέρω κατά πόσο βασίζονται ή όχι σε μουσικές παραδόσεις τις οποίες δεν γνωρίζω. Για μένα, όπως και για πολύ κόσμο εδώ και έξω, αυτό δίνει την αφορμή για ψάξιμο και για να ανακαλύψεις κάτι καινούριο. Απ’ την άλλη, άμα κάτι μού αρέσει, άμα με συγκινεί, δεν έχει σημασία το πόσο αυθεντικό είναι, όσο το ότι καταφέρνει να μου μεταδώσει συναισθήματα και εικόνες.

Φέρει εγγενώς ο όρος «world music» αυτή την ψευδαίσθηση, μέχρι έναν βαθμό τουλάχιστον;

Σ. Κ.: Ο όρος «world music» είναι ένα ακόμα ταμπελάκι στα ράφια των δισκάδικων. Περιλαμβάνει ένα τεράστιο και ετερόκλητο μέρος της μουσικής του πλανήτη μας, περιλαμβάνει μέσα του πάρα πολλές υποκατηγορίες.  Καμιά ταμπέλα  ή χώρα καταγωγής δεν κάνει μια μουσική καλύτερη ή χειρότερη από μια άλλη.

Κ. Σ.: Ο όρος «world music» είναι δημιούργημα του θρυλικού  μουσικοκριτικού Charlie Gillett, συγγραφέα του βιβλίου The Sound Of The City. Όντας επί δεκαετίες απ’ τους γνωστότερους «γκουρού» της ροκ, και ειδικότερα της βρετανικής σκηνής, κάποια στιγμή βαρέθηκε και ήταν από τους πρώτους που άρχισε να ψάχνει τις μουσικές του κόσμου και να τις μεταδίδει στη δημοφιλή εκπομπή του στο BBC 3, κάθε Σάββατο βράδυ. Περάσαμε κι εμείς ως καλεσμένοι δυο-τρεις φορές απ’ την εκπομπή του, όταν χωρίς να το ξέρουμε και χωρίς να το περιμένουμε –από δική του πρωτοβουλία, από δική του περιέργεια και αναζήτηση νέων πραγμάτων– είχε έρθει να μας ακούσει σε παλαιότερα live μας στο Λονδίνο. Είχαμε την τύχη λοιπόν να δούμε πώς δούλευε, να δούμε τη δισκοθήκη του, να ακούσουμε τις επιλογές του. Όπως ακριβώς εξηγούσε κι ο ίδιος,  η μεγάλη αυτή «ομπρέλα» που ονομάζεται παγκόσμια world music σκηνή καλύπτει οποιαδήποτε μουσική έρχεται «from out there» αρκεί να περιλαμβάνει κάποια στοιχεία, κάποια μυρουδιά, κάποια αναφορά από τον τόπο από όπου προέρχεται. Κάτω από αυτήν την ομπρέλα βρίσκεις σχήματα και μουσικούς που παίζουν είτε παλιές μουσικές, είτε σημερινές συνθέσεις, που ξεκινούν από το πιο απόλυτα ακουστικό, παραδοσιακό και αυστηρά πιστό στην κάθε τοπική παράδοση ήχο και φτάνουν μέχρι τις πιο πειραματικές και avant-garde μουσικές αναζητήσεις.

Απ’ τα πελάγη και τα βουνά των δημοτικών τραγουδιών, πώς καταλήξατε σ’ αυτές τις 13 διασκευές; Ενυπήρχαν κάποια απ’ αυτά τα τραγούδια στον συναισθηματικό σας χάρτη; Και με τι είδους εγγραφή;

Κ. Σ.: Εδώ και πάρα πολλά χρόνια μαζεύουμε τραγούδια, συλλογές, παλιές ηχογραφήσεις, αλλά και επιτόπιες εμπειρίες οι οποίες έχουν σχέση με την παραδοσιακή μας μουσική. Τα τραγούδια αυτά μας αρέσει να τα παίζουμε οι δυο μας, να τα μελετάμε, έτσι για ευχαρίστηση και συγχρόνως για εξάσκηση, παίζοντας πάνω στους δίσκους ή πάνω τις όποιες ηχογραφήσεις έχουμε κάνει οι ίδιοι από τοπικούς μουσικούς, κυρίως σε νησιά. Έτσι έχει μαζευτεί ένα τεράστιο ρεπερτόριο, που το παίζαμε όλα αυτά τα χρόνια κατ’ ιδίαν ή στους φίλους μας, στις παραλίες, στο σπίτι. Συγχρόνως, φυσικά, υπήρχε ανέκαθεν και το ανάλογο παιγνίδι με τον ήχο,  το «πείραγμα»… Ο Στάθης να δοκιμάζει πάνω στα παιξίματά μας την τεχνική του live looping, ψάχνοντας νέα ηχοχρώματα, νέους τρόπους. Εγώ να μελετάω επ’ ευκαιρία τους διάφορους ρυθμούς στο μπεντίρ, αλλά να παίζω πάνω στα τραγούδια και με το ινδικό μου αρμόνιο, το οποίο συνηχεί τόσο ωραία με το παραδοσιακό λαούτο. Άρχισε να βγαίνει ένα ηχητικό αποτέλεσμα που μας άρεσε. Βγήκαμε και το δοκιμάσαμε με αρκετά live σε μικρά κλαμπάκια (και εδώ και στο εξωτερικό), όπου σιγά-σιγά εξελίχθηκε, ολοκληρώθηκε ως άποψη, μέχρι που αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε κάποιο απ’ όλο αυτό το υλικό.

Όσα τραγούδια διαλέξαμε να μπουν στον δίσκο, μπήκαν απλά και μόνο επειδή, από όσα είχαμε ηχογραφήσει, ήταν εκείνα που μας φάνηκαν πιο καλά στο άκουσμα και πιο ενδιαφέροντα. Στη φάση της τελευταίας επιλογής, μέτρησε και το να υπάρχουν στο Greekadelia κομμάτια από τις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, να συμπεριλαμβάνονται οι πιο βασικοί, οι πιο χαρακτηριστικοί παραδοσιακοί ρυθμοί. Και, τέλος, η σειρά των τραγουδιών να δίνει και κάπως την αίσθηση ενός ταξιδιού, πράγμα το οποίο έτσι κι αλλιώς το φροντίζουμε σε όλα τα playlists –και των δίσκων και των ζωντανών εμφανίσεών μας.

Κι η ψυχεδέλεια; Φέρει κάποια ιδιότητα η ψυχεδέλεια που της επιτρέπει τη μείξη με τις μουσικές παραδόσεις του πλανήτη; Ή μήπως προϋπάρχει, πριν ονοματιστεί, ως (και) μουσική εμπειρία;

Σ. Κ.: Κάποιες τεχνικές και κάποιες μουσικές έχουν την ικανότητα να οδηγούν σε διεύρυνση της αντίληψης. Υπάρχουν αρκετά τελετουργικά παραδοσιακά τραγούδια, που  προϋπάρχουν της ψυχεδέλειας. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι εδώ και αιώνες πατάνε σε αναμμένα κάρβουνα χορεύοντας πάνω σε τέτοιες μουσικές.

Κ. Σ.: Είναι συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου που διεγείρονται από κάποιους συγκεκριμένους μουσικούς τρόπους. Οι μουσικοί αυτοί τρόποι είναι κοινοί σε αρκετές μουσικές. Τα ισοκρατήματα, τα επαναλαμβανόμενα για πολύ ώρα ίδια μοτίβα και φράσεις, ο υπνωτιστικός ή χορευτικός ρυθμός, είναι στοιχεία τα οποία μπορούν να σε φέρουν σε έκσταση, σε διαλογιστική κατάσταση, σε τρανς.

Εάν έχω καταλάβει σωστά, σας αφορά αυτό που λέμε «ελληνικότητα». Υπάρχει και συγκεκριμένη σελίδα σε ένθετο κυριακάτικης εφημερίδας, στο οποίο (και μεταξύ άλλων) ο εκάστοτε παρουσιαζόμενος καλείται να την ορίσει. Εσείς πώς αντιλαμβάνεστε την «ελληνικότητα»;

Σ. Κ.:  Ευχόμουν να μη μου τύχει και μου κάνουν αυτή την ερώτηση ποτέ…

Κ. Σ.: Δεν έχετε καταλάβει σωστά. Δεν μας αφορά αυτό που λέμε «ελληνικότητα». Ούτε μας ενδιαφέρει η συγκεκριμένη σελίδα της εφημερίδας που αναφέρεται σε όλη τη σχετική συζήτηση. Μας αφορά απλά η παραδοσιακή ελληνική μουσική, επειδή έτυχε να γεννηθούμε εδώ και μεγαλώσαμε και με αυτήν. Και φυσικά και η ελληνική γλώσσα, μιας και μέσω αυτής επικοινωνούμε και εκφραζόμαστε από παιδιά.

Ξέρετε, υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι και μεταξύ αυτών πολλοί νέοι μουσικοί, οι οποίοι στέκονται με μισό μάτι, αν όχι με φουλ κλίμακας προκατάληψη, απέναντι σ’ αυτό που λέμε «ελληνική μουσική παράδοση». Αρκετοί δε, θαρρώ μάλιστα όλο και περισσότεροι, δεν απέκτησαν ποτέ τον παραμικρό συναισθηματικό δεσμό με την εν λόγω παρακαταθήκη. Γίνεται να «απαιτούμε» απ’ αυτούς να εκφράσουν μουσικά την όποια εντοπιότητα;

Σ. Κ.: Προτείνω, δεν απαιτώ, να σταματήσουν να αντιγράφουν την αγγλοσαξονική μουσική, να ψάξουν και λίγο πάρα πέρα και να κάνουν την ποπ, τη ροκ, την ηλεκτρονική, ή οποιαδήποτε άλλη μουσική θέλουν, βασιζόμενοι και στη δική μας παράδοση.

Κ. Σ.: O καθένας εκφράζεται με τον τρόπο που του αρέσει. Από ’κει και πέρα είναι θέμα γούστου, είναι θέμα ανάγκης να ψάξεις κάτι καινούργιο –που μπορεί να είναι και παλιό– αντί να παραμένεις παθητικά εφησυχασμένος στα χιλιο-ακουσμένα, όσα προτείνονται και προβάλλονται εδώ και δεκαετίες.

Κι εγώ μεγάλωσα κυρίως με ροκ και για πολλά χρόνια δεν άκουγα καθόλου ελληνική μουσική, εκτός από ελάχιστα, συγκεκριμένα πράγματα. Μεγάλωσα στα Εξάρχεια και χωρίς ρίζες από κάποιο χωριό ή από κάποια συγκεκριμένη τοπική παράδοση. Αλλά για κάποιους λόγους ας πούμε… μαγικούς, στράφηκα και μού άρεσε να ασχοληθώ και με τη παραδοσιακή μουσική –και όχι μόνο της χώρας μας. Ήδη από τα εφηβικά μου χρόνια, μετά από τις βόλτες μου στο υπόγειο δισκάδικο της Σκουφά (το Pop 11) για να ακούσω ό,τι καινούργιο είχε έρθει, περνούσα κατόπιν από τους πρόποδες του λόφου του Στρέφη, όπου βρισκόταν το παλιό, διώροφο κτήριο –η σχολή του Σίμωνα Καρά. Και καθόμουν στο πεζούλι και άκουγα από το παράθυρο τους μαθητές της σχολής που έκαναν τις ασκήσεις τους στην ψαλτική τέχνη και μετά τραγούδαγαν χωρίς όργανα διάφορα άγνωστα δημοτικά τραγούδια. Ήταν μαγικοί οι ήχοι που άκουγα. Είχαν όση ψυχεδέλεια είχε η Μπανάνα των Velvet  που λίγο πριν μπορεί να είχα ακούσει ως τελευταίο, εισαγόμενο δίσκο στο Pop 11.

Αργότερα άρχισε να με ενοχλεί η τεράστια τυποποίηση και εμπορευματοποίηση της ροκ μουσικής. Άρχισα να ψάχνω νέες μουσικές που θα με συγκινούσαν, από άλλα μέρη του κόσμου, μέσα από τους ελάχιστους, σπανιότατους τέτοιους δίσκους οι οποίοι κυκλοφορούσαν τότε. Δεν τις έβρισκες τότε όλες αυτές τις μουσικές με ένα απλό κλικ, ήθελε πολύ ψάξιμο, πολύ τρέξιμο για να ξετρυπώσεις τέτοιους δίσκους (βινυλίου). Υπήρχαν και οι παράνομες κασέτες των πανηγυριών που πουλιούνταν εκείνα τα χρόνια στην Ομόνοια. Αν μιλάμε για θρας μέταλ, αν μιλάμε για πανκ… ήταν σαν να το ψάχνεις στον ουρανό και να το βρίσκεις εκεί μπροστά σου.  Κάπως έτσι ήταν και αργότερα στην Κάρπαθο, ας πούμε, στα καφενεία και στις πλατείες όπου έπαιζαν τις λύρες τους κάθε απόγευμα ή στα αυτοσχέδια πανηγύρια με τις τσαμπούνες στα νησιά ή στα κρυφά κονάκια των αναστενάρηδων στη μέση του πουθενά της πεδιάδας των Σερρών. Τρανς, πολύ πριν το τρανς εφευρεθεί ως όρος και ως εισαγόμενο μουσικό είδος.

Τελικά, σε επίπεδο κοινωνίας, κατάφερε ποτέ η δημοτική παράδοση της ελληνικής υπαίθρου να ενταχθεί στη συνθήκη του αστικού πολιτισμού;

Κ. Σ.: Τώρα αρχίζει να γίνεται αυτό. Με όλα εκείνα τα παιδιά που σπουδάζουν στα μουσικά γυμνάσια, όσα ψάχνονται με παλιά όργανα και αναζητούν νέους μουσικούς τρόπους έκφρασης, όλα δηλαδή «τα καλύτερα μυαλά της γενιάς τους» αυτό κάνουν στις μέρες μας.

Και σήμερα; Αφορά, ή μπορεί να αφορά, την κοινωνία μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της παράδοσης σε επίπεδο καθημερινού βίου; Και όχι μόνο στα πλαίσια μια ηχογράφησης που θα τη χαρούν μεμονωμένα άτομα, ή κάποιων επισκέψεων σε συναυλιακούς χώρους;

Κ. Σ.: Όσο την αφορά μια βόλτα σε έναν λόφο της Αθήνας, σε ένα βουνό, σε μια παραλία ή σε μια οποιαδήποτε ερημιά μακριά από το απάνθρωπο και αντιαισθητικό περιβάλλον των σύγχρονων πόλεων και ειδικά, των… ελληνικών πόλεων.

Σ. Κ.: Οι μελωδίες αρκετών παραδοσιακών τραγουδιών είναι από τις πιο όμορφες που έχω ακούσει, δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από αυτά έχουν ηλικία εκατοντάδων χρόνων κι όμως τραγουδιούνται ακόμα. Οι στίχοι τους έχουν την ποιητική ματιά ανθρώπων που ζουν σε άμεση επαφή με τη φύση. Για μένα είναι σαν μια ανάσα καθαρού αέρα.

Κ. Σ.: Και το να μαθαίνεις τη μουσική και να εξασκείς το μουσικό όργανο που παίζεις μαζί με τους δίσκους, πάνω στα παιξίματα των παλιότερων, είναι όπως όταν περπατάς σε ένα παλιό μονοπάτι αιώνων. Αλλού είναι διατηρημένο, με τις πέτρες του στις θέσεις τους, αλλού έχει κλείσει από τα θυμάρια και τα αγκάθια, ή… από τα μπάζα κάποιου καινούργιο-ανοιγμένου δρόμου, αλλού το χάνεις, αλλού το βρίσκεις, αλλού χρειάζεται να το καθαρίσεις και να το σημαδέψεις  ώστε να το διακρίνουν οι επόμενοι μετά από σένα. Και σε κάθε του στροφή είναι γεμάτο εκπλήξεις, γεμάτο καινούργιες θέες, διαφορετικές οπτικές γωνίες, καινούργιες μυρουδιές, καινούργιους ήχους.

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ…

Κι εμείς, για την ωραία κουβέντα.

Διονύσης Κοτταρίδης για το avopolis.gr