<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Kristi Stassinopoulou &#187; Blog</title>
	<atom:link href="http://krististassinopoulou.com/category/blog/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://krististassinopoulou.com</link>
	<description></description>
	<lastBuildDate>Sat, 17 Jan 2026 17:49:20 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.7.41</generator>
	<item>
		<title>Tάρα: Από το Hamo Mili Cosmos Tour στον Ωκεανό του Χρόνου</title>
		<link>http://krististassinopoulou.com/t%ce%ac%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf-hamo-mili-cosmos-tour-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%89%ce%ba%ce%b5%ce%b1%ce%bd%cf%8c-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%85/</link>
		<comments>http://krististassinopoulou.com/t%ce%ac%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf-hamo-mili-cosmos-tour-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%89%ce%ba%ce%b5%ce%b1%ce%bd%cf%8c-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%85/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 07 Feb 2018 17:54:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kristi-stathis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Blog]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://krististassinopoulou.com/?p=1562</guid>
		<description><![CDATA[Η Τάρα ήταν ήδη διάσημη τραγουδίστρια, όταν η πολύ-γαλαξιακή εταιρία αναψυκτικών Hamo Mili  της πρότεινε ως χορηγός μια σειρά συναυλιών στους πιο πυκνοκατοικημένους διαστημικούς σταθμούς των επτά πλανητικών συστημάτων της αυτοκρατορίας των γήινων. Το 1263 μ.τ.κ. μια τέτοια πρόταση ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να συμβεί σε έναν καλλιτέχνη. Η πολύ-γαλαξιακή εταιρία αναψυκτικών Hamo Mili είχε [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><b></b><b><br />
</b></p>
<p>Η Τάρα ήταν ήδη διάσημη τραγουδίστρια, όταν η πολύ-γαλαξιακή εταιρία αναψυκτικών Hamo Mili  της πρότεινε ως χορηγός μια σειρά συναυλιών στους πιο πυκνοκατοικημένους διαστημικούς σταθμούς των επτά πλανητικών συστημάτων της αυτοκρατορίας των γήινων. Το 1263 μ.τ.κ. μια τέτοια πρόταση ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να συμβεί σε έναν καλλιτέχνη.</p>
<p>Η πολύ-γαλαξιακή εταιρία αναψυκτικών Hamo Mili είχε επιβληθεί οικονομικά αλλά και πολιτισμικά σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Το σήμα κατατεθέν του βασικού προϊόντος της, ενός κίτρινο-διάφανου, δροσιστικού αναψυκτικού με ελαφρά κατευναστική δράση, ήταν κάτι σαν σύμβολο της εποχής, ένα σύμβολο που το αναγνώριζαν ακόμα και οι άγριες φυλές των πιο απομακρυσμένων πλανητών.</p>
<p>Οι καλλιτέχνες που επιλέγονταν από την εταιρία να διαφημίσουν το δημοφιλές ποτό γίνονταν αυτομάτως νούμερο ένα στον κόσμο και έλυναν για όλη τους τη ζωή το οικονομικό τους ζήτημα, ταξιδεύοντας και δίνοντας συναυλίες μέχρι και τις τελευταίες άκρες της αυτοκρατορίας. Στις συναυλίες αυτές η εταιρία φρόντιζε να τους παρέχονται τα πιο σύγχρονα οπτικοακουστικά μηχανήματα και γενικά ότι τεχνικό μέσο χρειαζόταν ώστε να μπορούν οι καλλιτέχνες της Hamo Milli να πραγματοποιούν επί σκηνής τα πιο τρελά, τα πιο πρωτοποριακά καλλιτεχνικά τους οράματα.</p>
<p>Αυτό το τελευταίο ήταν που έπεισε και την Τάρα να ξεπεράσει τις ιδεολογικές αναστολές της και να υπογράψει. Τα πιο πρόσφατα, πανάκριβα, τεχνικά μέσα της Hamo Mili Αudiovisual της ήταν απαραίτητα για να πραγματοποιήσει το δικό της μακρινό, άπιαστο, ουτοπικό σχεδόν όνειρο: Ένα ταξίδι στον χρόνο δια μέσου του  ήχου.</p>
<p>Είχαν περάσει ήδη δώδεκα ηλιό-κύκλοι από τότε που η Τάρα είχε την πρώτη της εξωσωματική εμπειρία, ενώ τραγουδούσε μπροστά σε ένα κοινό ελάχιστων ανθρώπων σε ένα μικρό, ιπτάμενο κλαμπάκι της 5<sup>ης</sup> Γαλαξιακής σφαίρας. Σε μια στιγμή που η μελωδία του τραγουδιού περνούσε από την τονική νότα Sa, της προσωπικής της ιδιοσυχνότητας, η Τάρα είχε νιώσει ένα σύντομο φλασάκι, μια παράξενη σκοτοδίνη που για κλάσματα του δευτερολέπτου την μετέφερε σε κάποιο αόριστο σημείο του παρελθόντος.</p>
<p>Νέα και επιπόλαιη ακόμα τότε, δεν είχε δώσει βάση σε κείνο το περιστατικό. Μια απλή ζάλη θα ήταν από τον υπέρ-οξυγονωμένο εγκέφαλό της, ή ίσως μια παρενέργεια του χαπιού Amanita, που κάποιοι θαυμαστές της είχαν δώσει πριν ανέβει στην σκηνή, υποσχόμενοι ότι θα την εκτόξευε στο διάστημα.</p>
<p>Όμως λίγους εμμηνοκύκλους αργότερα σε μια ανοιχτή συναυλία κάτω από τον γυάλινο θόλο του πλανήτη Θωρ 13 της συνέβη για δεύτερη φορά το ίδιο. Το κοινό της είχε ήδη αρχίσει να πληθαίνει,  η Τάρα ήταν σε φόρμα και η προσοχή του κόσμου πάνω της και η αγάπη που αναδυόταν από τα βλέμματά τους ήταν ιδιαίτερα δυνατή. Τραγούδαγε λοιπόν συγκεντρωμένη, ζεσταμένη και χαλαρή, όταν η μελωδία του τραγουδιού πέρασε και πάλι για λίγο από την νότα της προσωπικής της ιδιοσυχνότητας. Πρόκειται για την νότα εκείνη, της οποίας οι δονήσεις συντονίζονται φυσικά με τις δονήσεις των μορίων του σώματος που την εκφέρει. Η τονική Sa, η βασική νότα της κάθε κλίμακας, που όμως για τον καθένα έχει διαφορετικό ύψος, ύψος που αλλάζει ανάλογα με τις διαστάσεις, το σχήμα, την σύσταση και τις σκέψεις του κάθε σώματος.</p>
<p>Καθώς λοιπόν η Τάρα τραγουδούσε και αυτοσχεδίαζε πάνω στο δικό της Sa, να τη πάλι εκείνη η ευχάριστη σκοτοδίνη, που την βύθισε στιγμιαία σε μια μαύρη τρύπα, σ’ ένα σκοτεινό κανάλι του χρόνου, σε ένα βαθύ, ανεξερεύνητο αγγείο, σαν το γράμμα ύψιλον της λέξης νυν.</p>
<p>Για μια στιγμή, που της φάνηκε ότι κράτησε πολύ περισσότερο, ένιωσε ότι μέσα από το φυσικό ηχείο του δικού της σώματος πέρασε στην ανάσα ενός άλλου σώματος, που χιλιάδες ηλιοκύκλους πιο πριν τραγούδαγε συντονισμένο στην ίδια συχνότητα, την ίδια τονική νότα και με τον ίδιο τρόπο. Πρόλαβε να δει γύρω της τους ακροατές ξαπλωμένους πάνω σε μαξιλάρια να την παρακολουθούν μισοζαλισμένοι, τρώγοντας και πίνοντας ένα χρυσαφί ποτό που μύριζε αλκοόλη. Κι ακόμα ένιωσε ότι κρατούσε στα χέρια της ένα παράξενο μουσικό όργανο με εφτά χορδές που συνόδευαν το τραγούδι της με έναν γλυκό, ξεχασμένο ήχο.</p>
<p>Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου η Τάρα συνειδητοποίησε ότι είχε μεταφερθεί σε μιαν εποχή και έναν τόπο που γνώριζε μονάχα μέσα από τις σπουδές της στο Kala Academy of the Universe, το πασίγνωστο Υπεργαλαξιακό Πανεπιστήμιο Ανθρωπολογικής  Μουσικολογίας. Ανατρέχοντας στις γνώσεις της πάνω στην ιστορία των πολιτισμών και της μουσικής, αναγνώρισε δια μιας ότι είχε μεταφερθεί στην εποχή που  οι γήινοι ονόμαζαν Προ Χριστού, όταν ακόμα μετρούσαν τον χρόνο με βάση την γέννηση του ιδρυτή κάποιας απ’ τις θρησκείες τους. Οι κάτοικοι της γης ντύνονταν ακόμα τότε με υφάσματα και οι τραγουδιστές τραγούδαγαν με την συνοδεία ενός χειροκίνητου μουσικού οργάνου φτιαγμένου από ένα άγνωστο υλικό που ονομαζόταν ξύλο και είχε πάνω του εφτά χορδές που πάλλονταν με την βοήθεια των δαχτύλων.</p>
<p>Τα χειροκροτήματα του κοινού την συνέφεραν και την γύρισαν πίσω στον γυάλινο θόλο του πλανήτη Θωρ 13, το 1251 μ.τ.κ.</p>
<p>Μετά από το κείνο το δεύτερο περιστατικό η Τάρα άρχισε να ασχολείται σοβαρά με το θέμα. Για ώρες αρμένιζε ανιχνευτικά μέσα στο γαλαξιακό διαδίκτυο, ξεψαχνίζοντας τα κεφάλαια περί της Φυσικής του Ήχου, περί της Φιλοσοφίας των Μαθηματικών και του Χρόνου, περί της Μουσικής Τέχνης, περί της Μεταφυσικής των Δονήσεων και των Ταλαντώσεων των Υπερελάχιστων Σωματιδίων της Ύλης και του Φωτός, περί της Συγκινησιακής Φόρτισης ως Μεταβολέα των Μαγνητικών Ενεργειακών Πεδίων, περί της Σύστασης του Αιθέρα.</p>
<p>Κυρίως όμως συνέχισε να ασκεί τις φωνητικές της χορδές, δουλεύοντας γύρω από τη δική της ιδιοσυχνότητα και παρατηρώντας με μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και προσοχή την αναπνοή της και τις ταλαντώσεις και τις διαδρομές του ήχου μέσα στα φυσικά ηχεία του σώματός της. Τεράστιοι ορίζοντες αυτογνωσίας της ανοίχτηκαν με αυτή της την καθημερινή άσκηση.</p>
<p>Παράλληλα χρησιμοποιούσε κάθε τόσο και την τεχνολογία του ήχου. Τραγουδώντας με διαφορετικούς τρόπους, σαμπλάριζε φράσεις και νότες της φωνής της και κατόπιν μελετούσε τις κυματομορφές τους και πειραματιζόταν πάνω τους, πειράζοντάς τες πάνω στην οθόνη ολογραμμάτων του υπολογιστή. Πολλαπλασίαζε ή έκοβε τις αρμονικές τους, τις γύρναγε ανάποδα, τις έβαζε να συνηχούν με ένα σωρό άλλους αυτοσχέδιους ήχους και θορύβους, προσπαθώντας έτσι να δημιουργήσει τις κατάλληλες ηχητικές συντεταγμένες που θα διευκόλυναν ίσως την εκτόξευση της στον χωρόχρονο. Για δώδεκα συνεχή χρόνια διήρκεσαν οι πειραματισμοί της.</p>
<p>Καθώς έμπαινε όλο και πιο βαθιά σε αυτή την έρευνα, ανακάλυπτε και συνειδητοποιούσε πόσο οι ηχητικές συντεταγμένες και οι κραδασμοί που γεννιόνταν από τη φωνή της, επηρεάζονταν άμεσα και καταλυτικά και από κάτι άλλο ακόμα. Ήταν το ενεργειακό πεδίο που υφαινόταν από την συγκινησιακή φόρτιση του κοινού στις συναυλίες, σε συνδυασμό με την δική της δυνατή συγκίνηση που ξεχυνόταν βαθιά μέσα από το ηλιακό πλέγμα και πλούτιζε τον ήχο της φωνής με αρμονικές άλλων διαστάσεων. Την εποχή που η Tara έκανε αυτή την ανακάλυψη, έπεσε …συμπτωματικά και η πρόταση της Hamo Mili για την μεγάλη τουρνέ. Και φυσικά την δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ήταν ο καλύτερος τρόπος να πειραματιστεί με αυτές τις αρμονικές των άλλων διαστάσεων και τις επιδράσεις τους  στο Μεγάλο Έργο.</p>
<p>Η προηγμένη επιστήμη της μ.τ.κ. εποχής είχε μόλις τότε αρχίσει να υποψιάζεται την ύπαρξη και άλλων διαστάσεων, πέρα από τις γνωστές τέσσερεις και να προσπαθεί αμυδρά και αόριστα να τις καθορίσει. Η Τάρα όμως τις είχε ήδη σχεδόν εντοπίσει εμπειρικά: η προσοχή του κόσμου, τα βλέμματα συγκεντρωμένα όλα επάνω της και η συγκινησιακή  φόρτιση, όλα αυτά μαζί, φαίνεται ότι συντελούσαν στον σχηματισμό της μαγνητικής εκείνης ακτίνας που την βύθιζε στην μαύρη τρύπα του χρόνου και την έκανε να επισκέπτεται τα σώματα τραγουδιστριών που είχαν ζήσει, τραγουδήσει, συγκινηθεί και λατρευτεί αιώνες ή και χιλιετίες πριν από την ίδια.</p>
<p>Και τι δεν είχε προλάβει να δει σ’ αυτά τα ταξίδια που της συνέβαιναν πλέον αρκετά συχνά κατά την διάρκεια των συναυλιών της. Και τι δεν είχε να διηγηθεί κατόπιν στους όλο και πιο πολλούς ακροατές της, που ταξίδευαν κι αυτοί μαζί της στα πιο απίθανα μέρη και εποχές.</p>
<p>Βρέθηκε στην έρημο Σαχάρα γύρω στον 11μΧ αιώνα να τραγουδά με βραχνή φωνή βεδουίνας το αραβικό έπος Χιλάλι. Βρέθηκε να τραγουδά την Μάχη Των Δέντρων σε κάποιο χαρούμενο, ανοιξιάτικο πανηγύρι της Ιρλανδίας απέναντι σε έναν μάγο Δρυΐδη. Έπιασε τον εαυτό της να εξιστορεί μελωδικά τον έρωτα του Ερωτόκριτου για την Αρετούσα, του Μαζνούν για την Λαϊλά, του Κρίσνα για την Ράντα. Βρέθηκε σε ροκ συναυλίες με εκκωφαντικές κιθάρες και σε οργιαστικά γλέντια με γκάιντες και ζουρνάδες, όπου οι άνθρωποι γύρω της χόρευαν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, εκστασιασμένοι από την μουσική. Βρέθηκε να θυμάται απ’ έξω και να απαγγέλει τραγουδιστά όλους τους στίχους της Ραψωδίας Του Σωσμού Μετά Την Καταστροφή.</p>
<p>Οι εξωχρονικές αυτές εμπειρίες και οι σύντομες επισκέψεις της Τάρα σε άλλους τόπους, σε άλλα σώματα και εποχές, άνοιγαν όλο και περισσότερο την όρεξή της για ταξίδια και περιπέτειες μέσα στον απέραντο χάρτη του χωρόχρονου. Στόχος της ζωής, της δουλειάς και της μελέτης της έγινε η πραγματοποίηση τέτοιων ταξιδιών συνειδητά και προγραμματισμένα.</p>
<p>Μέσα από την ίδια την εμπειρία της, μέσα από τα δικά της εσωτερικά πειράματα, έψαχνε να βρει πως θα κατάφερνε να μεταφέρεται σε συγκεκριμένα χωροχρονικά σημεία δικής της επιλογής και να μπορεί να μένει σε αυτά για μεγαλύτερη διάρκεια, να τα παρατηρεί, να τα καταγράφει στην μνήμη της, αλλά και να μπορεί και πάλι συνειδητά και με δική της απόφαση, να επιστρέφει στο παρόν. Ούτε οι πιο σοφοί μετά-πυρηνικοί επιστήμονες της τόσο προηγμένης τεχνολογικά μ.τ.κ. εποχής, δεν τολμούσαν να ονειρευτούν ένα τόσο σπουδαίο τεχνολογικό επίτευγμα. Κι όμως η Τάρα ήταν αυτή που το κατάφερε τελικά με τον δικό της εντελώς αντί-επιστημονικό για τα μάτια των επιστημόνων τρόπο.</p>
<p>Ήταν η τελευταία και μεγαλύτερη συναυλία της, στα πλαίσια του Hamo Mili Cosmos Tour με την οποία και θα έκλεινε την παν-γαλαξιακή τουρνέ της. Η ολοστρόγγυλη, ιπτάμενη σκηνή ήταν ντυμένη με κρυσταλλικές γιγαντοοθόνες που κυμάτιζαν γύρω από την τραγουδίστρια σαν προϊστορικές μεταξωτές κουρτίνες. Τα χρώματα ιρίδιζαν ψυχεδελικά, ανάλογα με τις εναλλαγές των συναισθημάτων της Τάρα και του κοινού. Ιπτάμενα θεωρεία που έμοιαζαν με γαλάζια σύννεφα όζοντος αιωρούνταν στον αέρα γύρω από την σκηνή. Ένα τεραστίων διαστάσεων μπουκάλι Hamo Mili, στο γνωστό σχήμα της Υδρογείου, με το χρυσαφί καλαμάκι στον βόρειο πόλο και με το χαρακτηριστικό σήμα κατατεθέν, ένα μικρό άσπρο-κίτρινο ανθάκι πάνω από την Μεσόγειο, πετούσε κι αυτό τριγύρω της, σκορπίζοντας στον χώρο φυσαλίδες με την αιθέρια μυρουδιά του δημοφιλούς αναψυκτικού.</p>
<p>Η Τάρα τραγουδούσε χορεύοντας λικνιστικά στο κέντρο της αιωρούμενης σκηνής. Το μακρύ φόρεμά της άφηνε ακάλυπτα τα στήθη, τονίζοντας έτσι την ομορφιά του μπούστου και των χεριών της. Σαν μια προϊστορική θεά των φιδιών, κουνούσε τα λεπτά της μπράτσα, μιμούμενη την κίνηση των ερπετών που ήδη από αιώνες είχαν πάψει να φοβίζουν τα γένη των γήινων αποίκων στις αποστειρωμένες άκρες του διαστήματος. Παντού τριγύρω της κρυμμένα μάτια θερεμίνης ενεργοποιούνταν από την θερμική ακτινοβολία  των χεριών της που ανάλογα με την θέση τους, άλλαζαν τις παραμέτρους του ήχου, και έντυναν το τραγούδι της με ένα παχύ, βελούδινο δίχτυ αρμονικών.</p>
<p>Η συγκίνηση του κόσμου κορυφωνόταν καθώς η συναυλία πλησίαζε προς το τέλος της. Η Τάρα έκλεισε το τελευταίο της τραγούδι με την τονική νότα, το Sa της ιδιοσυχνότητάς της. Την κράτησε μακρόσυρτη, όσο άντεχε η εξασκημένη αναπνοή της, αλλάζοντας συγχρόνως ελαφρά την κίνηση των χεριών της. Αντί για φίδια τα χέρια της έμοιασαν ξαφνικά σαν ανοιγμένες φτερούγες αητού που ετοιμάζεται να πετάξει. Τα μάτια θερεμίνης ευαισθητοποιήθηκαν από τις ζεστές παλάμες της και μια απέραντη γκάμα από αρμονικές της νότας που κρατούσε με την φωνή της ξεχύθηκε από τα αόρατα μαγνητικά ηχεία που αιωρούνταν ανάμεσα στη σκηνή και τα ιπτάμενα θεωρεία με τον κόσμο.</p>
<p>Οι θεατές γούρλωσαν τα μάτια τους υπνωτισμένοι και η Τάρα ένιωσε την ατμόσφαιρα να φορτίζεται από την συγκίνησή τους. Οι λεπτές ίνες των αμφίρροπων συναισθημάτων μπλέχτηκαν με τις δονήσεις του ήχου και η ατμόσφαιρα έγινε  ξαφνικά πηχτή και συμπαγής σαν φυσικό σώμα. Είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή. Έτσι όπως έμοιαζε σαν πουλί αρπακτικό έτοιμο να πετάξει, η Τάρα, πέταξε τότε πραγματικά. Γλιστρώντας πάνω στην στερεοποιημένη ηχητική συχνότητα, εκτοξεύτηκε και χάθηκε για πάντα μέσα στο χωροχρόνο. Η συνείδησή της έγινε ένα με τον ήχο και ταξιδεύει από τότε στον απέραντο ωκεανό του χρόνου.</p>
<p>Για λίγα δευτερόλεπτα έγινε σιωπή.</p>
<p>«Και το σώμα της;» ρώτησε κάποιος.</p>
<p>«Το σώμα της έγινε, λένε, στήλη άλατος. Καθώς εκτοξευόταν προς το διάστημα, έγινε ένα άγαλμα από αλάτι που σιγά σιγά διαλύθηκε κι αυτό και σκορπίστηκε στον αιθέρα.»</p>
<p>Ο παγωμένος άνεμος της στέπας ακούστηκε να σφυρίζει απειλητικά έξω από τη γιούρτα. Τα γιακ χλιμίντρισαν φοβισμένα μέσα στην βαθιά νύχτα. Οι γυναίκες ανατρίχιασαν κι έσφιξαν τα κοιμισμένα παιδιά στις αγκαλιές τους. Κάποιοι αναδεύτηκαν μέσα στις κουβέρτες τους και σούρθηκαν πιο κοντά στη φωτιά.</p>
<p>«Αυτή ήταν η ιστορία της Τάρα, που ταξίδεψε στον χρόνο και άνοιξε τον δρόμο στους σοφούς της εποχής της, να την ακολουθήσουν. Σας την αφηγήθηκα, έτσι όπως την αφηγούνταν οι  παππούδες μας, έτσι όπως την αποστήθισα σιγά σιγά από μικρός, και έμαθα κι εγώ να την διηγούμαι με όλα τα ακαταλαβίστικα νοήματα και τις άγνωστες λέξεις της. Έτσι όπως την άκουσα, έτσι ακριβώς σας την είπα.»</p>
<p>Η βραχνή φωνή του γέρου παραμυθά έσβησε κουρασμένη πάνω σ’ αυτές τις τελευταίες φράσεις. Τα κάρβουνα στο μαγκάλι, στη μέση της γιούρτας κόντευαν να σβήσουν κι αυτά. Ο γέροντας ακούμπησε προσεχτικά το σάζι του στο πλάι, ήπιε μια τελευταία γουλιά καυτό χαμομήλι με βούτυρο γιακ κι έγειρε να κοιμηθεί μέσα στην χοντρή, τρίχινη κουβέρτα του. Ο άνεμος της στέπας συνέχισε έξω να σφυρίζει τα δικά του παραμύθια, μαζεμένα από τους ήχους της παγωμένης ερήμου που εκτίνεται στα βάθη της Ασίας, στο βόρειο ημισφαίριο του πλανήτη γη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κρίστη Στασινοπούλου</p>
<p>31/1/2018</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://krististassinopoulou.com/t%ce%ac%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf-hamo-mili-cosmos-tour-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%89%ce%ba%ce%b5%ce%b1%ce%bd%cf%8c-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Στα μονοπάτια των Κυκλάδων</title>
		<link>http://krististassinopoulou.com/%cf%83%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%80%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ba%cf%85%ce%ba%ce%bb%ce%ac%ce%b4%cf%89%ce%bd/</link>
		<comments>http://krististassinopoulou.com/%cf%83%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%80%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ba%cf%85%ce%ba%ce%bb%ce%ac%ce%b4%cf%89%ce%bd/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 03 May 2016 09:40:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kristi-stathis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Blog]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://krististassinopoulou.com/?p=1215</guid>
		<description><![CDATA[Τα νησιά των Κυκλάδων μοιάζουν με πλανήτες στο διάστημα. Αυτόνομοι κόσμοι, σκορπισμένοι στο πέλαγος. Ένας μικρός γαλαξίας που αρμενίζει στο άπειρο του αλμυρού νερού. Θυμάμαι το Enterprise να ταξιδεύει ανάμεσα στα ουράνια σώματα στην τηλεοπτική σειρά Star Treck. Την αγωνία, όταν το σκάφος πλησίαζε κάθε καινούργιο πλανήτη που εμφανιζόταν στην μεγάλη οθόνη του κυβερνείου. Και [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Τα νησιά των Κυκλάδων μοιάζουν με πλανήτες στο διάστημα. Αυτόνομοι κόσμοι, σκορπισμένοι στο πέλαγος. Ένας μικρός γαλαξίας που αρμενίζει στο άπειρο του αλμυρού νερού. Θυμάμαι το Enterprise να ταξιδεύει ανάμεσα στα ουράνια σώματα στην τηλεοπτική σειρά Star Treck. Την αγωνία, όταν το σκάφος πλησίαζε κάθε καινούργιο πλανήτη που εμφανιζόταν στην μεγάλη οθόνη του κυβερνείου. Και κατόπιν ο πλανήτης μίκραινε και απομακρυνόταν και το διαστημόπλοιο συνέχιζε το ταξίδι του στο διάστημα.</p>
<p> Κάπως έτσι πλέουν ανάμεσα στα νησιά και τα καράβια. Βλέπεις από το κατάστρωμα τα σχήματα των νησιώτικων ορεινών όγκων, τις βουνοκορφές, τα φαράγγια, τα χτίσματα, το λιμάνι, να πλησιάζουν και μετά να απομακρύνονται, μέχρι που χάνονται στον ορίζοντα. Νησιά κοντινά, νησιά μακρινά, άλλοτε τα διακρίνεις ολοκάθαρα, άλλοτε θολά μέσα στις ομίχλες και τους υδρατμούς.  </p>
<p>Απάνω τους περιπλανιόνται γοητευμένοι ταξιδευτές, πεζοπόροι, περιηγητές, εραστές των Κυκλάδων. Μαγνητισμένοι πότε από το ένα, πότε από το άλλο νησί, αλλάζουν λιμάνια και αραξοβόλια, κολλάνε για χρόνια σε ερημικές καβάτζες, ή περιφέρονται από νησί σε νησί, εξερευνώντας άγνωστα και γνωστά μονοπάτια και διαδρομές. Γι’ αυτά θέλω να γράψω</p>
<p>Μ’ αρέσει όταν απ’ την κορφή ενός νησιού, κοιτάς απέναντι και αναγνωρίζεις τις κορυφές, τους ανεμόμυλους, τα εκκλησάκια, τα μονοπάτια και τις διαδρομές που έχεις περπατήσει άλλες φορές. Και το ανάποδο. Θυμάσαι όταν από κει απέναντι, αγνάντευες κάποτε το σημείο στο οποίο βρίσκεσαι και έλεγες, θέλω κάποτε να πάω εκεί. Φανταστικά γεωμετρικά σχήματα, τρίγωνα, τετράγωνα, σχηματίζονται ανάμεσα στα διάφορα σημεία των νησιών όπου έχεις περπατήσει και βρεθεί. Κάπως σαν τις γραμμές του αστρολογικού μας χάρτη. Μια χαρτογράφηση της ίδιας της ζωής.</p>
<p>Στο βιβλίο του «Τα Μονοπάτια των τραγουδιών» ο Μπρους Τσάτουιν γράφει ότι οι Αμπορίτζιναλ της Αυστραλίας διατηρούσαν στην μνήμη της φυλής τους τις διαδρομές των μονοπατιών, περιγράφοντάς τες σε μακριά, τραγούδια, που μεταδίδονταν προφορικά από γενιά σε γενιά.  </p>
<p>Το περπάτημα στα μονοπάτια οξύνει την διαύγεια, τις αισθήσεις και την μνήμη. Καθώς περπατούσαμε τις προάλλες στους ανεμόμυλους πάνω από την Λαγκάδα συναντήσαμε έναν βοσκό. Με τον δυνατό άνεμο να σφυρίζει και τα βαριά γκρι σύννεφα να καλύπτουν κάθε τόσο την κορυφή του απόκρημνου διάσελου, στεκόταν όρθιος, ακουμπισμένος ελαφρά σε μια πεζούλα και αγνάντευε για πολύ ώρα τη θάλασσα και τον ορίζοντα, απτόητος και καθόλου ενοχλημένος από τα στοιχειά της φύσης που πάλευαν γύρω του. Γύρισε και μας κοίταξε και το βλέμμα του άστραψε σαν σαΐτα, σαν βεγγαλικό. Καθαρό και διαπεραστικό, μαθημένο να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και να παρατηρεί κάθε μικρή λεπτομέρεια του τοπίου, αλλά μαζί και ολόκληρο το απέραντο εύρος του ορίζοντα. </p>
<p>Αυτό το βλέμμα το έχω συναντήσει και σε άλλους ανθρώπους. Σε θαλασσοδαρμένους καϊκτζήδες, σε πιλότους που οδηγούν μικρά ελικοφόρα αεροπλάνα, σε μοτοσικλετιστές μεγάλων αποστάσεων, σε ορεσίβιους βοσκούς, σε ορειβάτες και αναρριχητές, στους Βεδουίνους της ερήμου, στους Θιβετιάνους, στους τσιγγάνους. Γενικά σε ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει ή πορευτεί για καιρό σε ανοιχτά τοπία και σε συνθήκες που επιβάλουν εγρήγορση και συνεχή παρατήρηση των όσων συμβαίνουν γύρω σου ανά πάσα στιγμή. Τέτοιο βλέμμα αποκτάς και το αναγνωρίζεις και στον καθρέφτη σου, μετά από κάμποσες μέρες ζωής στη φύση, να κοιμάσαι κάτω από τ’ αστέρια και να αγναντεύεις όλη μέρα τις ανοιχτές γραμμές των οριζόντων. </p>
<p>«Όπως πάνω, έτσι και κάτω», λένε οι μυστικές παραδόσεις. Τα μονοπάτια το δείχνουν αυτό με τον τρόπο τους. Με το που φτάνεις σε κάποιο  υψόμετρο, αντικρίζεις ξαφνικά όλο το μεγαλείο της πλάσης γύρω σου. Μπαίνεις σε μια εκστατική μεταφυσική διάθεση. Ουρανός, θάλασσα, ορίζοντας με μωβ νησιά, βραχονησίδες και πατιθράκια απλωμένα στο πέλαγος. Σμήνη πουλιών σαν γκρι φαντάσματα, να αλλάζουν σχήματα καθώς πετούν στον αέρα. Κορυφογραμμές μέσα απ’ τα σύννεφα, φαράγγια, οροπέδια. Μακρινά μοναστήρια και εκκλησάκια, άσπρες κουκίδες. Εγκαταλειμμένα πέτρινα αλώνια και αγροικίες, σαν προϊστορικοί οικισμοί. Μισογκρεμισμένοι μύλοι. Μακριές πεζούλες που σχίζουν κάθετα και οριζόντια τις πλαγιές των βουνών. Χαλικάδες, χωματερές που καπνίζουν, σπηλιές που χάσκουν, πηγές νερών, ρήγματα και ρέματα. </p>
<p>Πως γίνανε όλα αυτά; Από τι είναι φτιαγμένα; Πόσους αιώνες στέκουν έτσι και πως ήταν πριν; Εκεί που είναι η θάλασσα κάποτε ήταν στεριά και το ανάποδο. Όλα είναι ζωντανά. Η γη αναπνέει και κουνιέται με τους δικούς της ρυθμούς. Τους ρυθμούς αυτούς μαθαίνεις να τους αναγνωρίζεις και να τους σέβεσαι, άμα βαδίζεις στα μονοπάτια. </p>
<p>Όμως τα κάθε λογής εμπόδια, οι πέτρες, τα θυμάρια, δεν σε αφήνουν να κοιτάς για πολύ ψηλά και τριγύρω καθώς περπατάς. Πρέπει να κοιτάς το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια σου και να διαλέγεις που θα πατήσεις. Κι έτσι όπως παρατηρείς το έδαφος, ένας απέραντος πλουμιστός μικρόκοσμος εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά σου και σου τραβάει την προσοχή. Η ποικιλία και η ομορφιά του, προξενούν την ίδια έκσταση, το ίδιο δέος που προξενεί και η ανοιχτή θέα του μακρινού τοπίου. Όπως πάνω, έτσι και κάτω…</p>
<p>Σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο γης βρίσκονται τόσα στοιχεία, όσα και σε ένα απέραντο σύμπαν. Χορτάρια, βοτάνια και αγριολούλουδα κάθε λογής. Ξύλα και ρίζες. Πέτρες και χώμα που οι απειροελάχιστοι κόκκοι του περιέχουν όλα τα πετρώματα των γύρω βουνών. Καβαλίνες ζώων. Μυρμήγκια, αράχνες, ζουζούνια όλων των ειδών, των μεγεθών και των χρωμάτων, σαύρες, φίδια, σαρανταποδαρούσες. Κόκαλα νεκρών ζώων, μαλλιά κουρεμένων αρνιών. Φωλιές άγριων πουλιών. Μύκητες, βρύα, λειχήνες, μανιτάρια. Λιλιπούτειες αχιβάδες γεννημένες από την υγρασία της θάλασσας και σκαλωμένες στα βράχια. Και όλα αυτά μαζί σκαλωμένα στη ζωή, στην επιβίωση και στην αέναη αναπαραγωγή του είδους τους. Είναι απίστευτο το πόσα πράγματα διακρίνεις στον μικρόκοσμο του εδάφους, όταν βαδίζεις στη φύση. Δεν σε αφήνουν να βαρεθείς. Κάθε βήμα φέρνει και ένα φλασάκι σοφίας. Κάθε στροφή και μία καινούργια συνάντηση, έναν καινούργιο ερεθισμό των αισθήσεων.</p>
<p>Ο άνεμος που κάθε τόσο γυρίζει. Γίνεται στεριανός, γίνεται θαλασσινός, νιώθεις την αλμύρα. Εδώ κρύωσε. Εκεί ζέστανε. Εδώ είναι υγρός, κάπου θα ‘χει νερό. Οι μυρουδιές γίνονται πιο έντονες με την υγρασία. Αλλά και ο στεγνός άνεμος φέρνει στα ρουθούνια τα μεθυστικά χαρμάνια των ξεραμένων βοτάνων καθώς κουνιούνται. Κάθε βοτάνι μυρίζει αλλιώς όταν το πόδι σκοντάφτει επάνω του. Κάποιοι θάμνοι σε χαϊδεύουν. Οι αγκαθωτοί σού λένε, μην με πλησιάσεις. Κάποια χόρτα τρώγονται. Δοκιμάζεις. Κάποια άλλα με ψυχεδελικούς χρωματισμούς σού λένε,  αν με φας θα την ακούσεις. </p>
<p>Αξιοσημείωτες είναι και οι συναντήσεις με ζώα. Αγριοκάτσικα και τράγοι που βελάζουν σε όλους τους τόνους αντιλαλούν στα φαράγγια. Αυτά τα βελάσματα φαίνεται πως μιμήθηκαν οι άνθρωποι και βγήκαν εκείνες οι πολυφωνικές παραδοσιακές χορωδίες με τις τραγίσιες αρμονίες. Μαζί και τα κουδούνια των αιγών και των προβάτων. Οι βοσκοί τα διαλέγουν ώστε να ηχούν αρμονικά μεταξύ τους. Δεν έχουν πάει στο ωδείο, όμως η φύση τους έχει διδάξει την αρμονία των ήχων. Τα κουδουνίσματα των κοπαδιών είναι από τις ωραιότερες μουσικές που υπάρχουν. Είναι το σάουντ-τρακ των μονοπατιών. </p>
<p>Κάτω απ’ όλα αυτά, σαν χαλί, υποτονθορύζει ακατάπαυτα το βυζαντινό ίσο, των εντόμων. Χρυσόμυγες, μέλισσες, σφήγκες, μπάμπουρες, ψέλνουν  το ωμ της φύσης. Σταματάς κάθε τόσο και το αφουγκράζεσαι. Οι λαλιές και τα τιτιβίσματα των πουλιών παρεμβαίνουν και σε επαναφέρουν στην «πραγματικότητα». Γλάροι, κορμοράνοι, γεράκια, πετρίτες, σουσουράδες, σπουργίτια, χελιδόνια, καρδερίνες, τσαλαπετεινοί, αλκυόνες. Κι ακόμα, λαγοί, κουνέλια, αλεπούδες, ασβοί, σκαντζόχοιροι, ταύροι και αγελάδες, μουλάρια και γαϊδούρια, σκυλιά. </p>
<p>Κάθε ζώο που συναντάς έχει και την συμπεριφορά του και τους τρόπους του. Άλλα σε φοβούνται, άλλα σε πλησιάζουν, άλλα σε κοιτάν με περιέργεια, άλλα σού ζητιανεύουν. Τα κατσίκια είναι περίεργα. Οι αγελάδες υπομονετικές. Οι ταύροι νευρικοί. Τα μουλάρια περπατάνε στην άκρη άκρη του κάθε μονοπατιού, όμως λέει, ποτέ δεν πέφτουν. Τα γαϊδούρια έχουν την πιο εντυπωσιακή φωνή. Τα φίδια είναι τηλεπαθητικά. Ακριβώς πριν τα δεις έχεις κάποιο προαίσθημα, λες και σε ειδοποιούν. Τα σκυλιά σε τρομάζουν. </p>
<p>Όταν ακούω τσοπανόσκυλα να γαυγίζουν σε κάποιο ερημικό μονοπάτι αυτοσυγκεντρώνομαι και προσπαθώ να συγκρατήσω την έκκριση αδρεναλίνης και να προχωρήσω με ψυχραιμία. Άλλες φορές τους μιλάω μαλακά και χαϊδευτικά για να εξετάσω τις διαθέσεις τους, να τα κατευνάσω και κατόπιν περνώ. Κανά δυο φορές έκανα μεταβολή και το έβαλα στα πόδια…</p>
<p>Ο φόβος σου κλείνει πότε πότε το μάτι όταν περπατάς στα μονοπάτια. Ο φόβος είναι ένα βήμα πλάι απ’ το δέος και το δέος κυριαρχεί συνήθως σε αυτά τα περπατήματα. Από μικρή δεν τον συμπαθούσα τον φόβο. Όμως η ζωή με έμαθε ότι οι ηλίθιες παλικαριές πληρώνονται. Είναι μια άσκηση κι αυτό, να μπορείς να αναγνωρίζεις μέσα σου ποιος φόβος είναι παράλογος και άρα άχρηστος και ποιος είναι απλά προστατευτικός και άρα χρήσιμος. Ο φόβος φυλά τα έρημα, έλεγαν οι παλιοί. Μαθαίνεις λοιπόν στα μονοπάτια να σέβεσαι τις δυσκολίες και να τις ζυγίζεις. Να ξεπερνάς εκείνες που σού φαίνονται ξεπεράσιμες, να σταματάς μπροστά σε εκείνες που το ένστικτό σού σε συμβουλεύει να αποφύγεις. </p>
<p>Μετά είναι ο στόχος. Θυμάμαι τον καθηγητή φιλοσοφίας και φίλο μου Ιάσωνα Ξενάκη, μια ιδιοφυία που αυτοκτόνησε στα πενήντα δύο του χρόνια, τον θυμάμαι να μού λέει, ότι στη ζωή είναι καλό να βάζουμε κάθε τόσο μικρούς, προσπελάσιμους στόχους. Όχι τίποτα μεγάλους στόχους από κείνους που σε μεταλλάσσουν σε νευρόσπαστο και τελικά δεν σ’ αφήνουν να χαρείς τη ζωή σου. Στόχους μικρούς, που σου δίνουν χαρά κάθε που τους κατακτάς και κρατάνε σε φόρμα τον νου και τις διαθέσεις του. </p>
<p>Τα μονοπάτια το διδάσκουν κι αυτό. Κάθε διαδρομή έχει έναν στόχο. Εύκολο ή κοπιαστικό, όμως προσπελάσιμο. Μπορεί πότε πότε να βαρυγκωμάς, ο άνεμος να σε ζαλίζει, η ζέστη ή το κρύο, ο δυνατός  ήλιος ή η βροχή, το βαρύ σακίδιο στη πλάτη, τα ακατάλληλα παπούτσια. Όμως ο προορισμός είναι εκεί απέναντι και σε φωνάζει. Και η χαρά όταν φτάνεις είναι εκστατική. Μπορεί να φταίει και το οξυγόνο. Ή οι κρύσταλλοι από τους οποίους είναι λέει φτιαγμένο αυτό εδώ το νησί που βρίσκομαι τώρα, που τα σκέφτομαι όλα αυτά. </p>
<p>Μου το είπε η Σουηδέζα που συναντήσαμε πριν λίγο στην στροφή πριν τον Σταυρό. Χαιρετιστήκαμε και σταματήσαμε να ξαποστάσουμε στο φαντασμαγορικό εκείνο σημείο του μονοπατιού.  Έβγαλα και της έδειξα τις γυαλιστερές, σχεδόν διαφανείς πέτρες που είχα μαζέψει. Είναι κρύσταλλοι, μού είπε, όλο το νησί αποτελείται από τέτοια εδάφη. Είναι φορές που με εκνευρίζουν τα κολλήματα με τις ενέργειες και τους κρυστάλλους… Πήγα να της πω ότι το νησί αποτελείται εμφανέστατα από σχιστολιθικά πετρώματα. Όμως ήταν τόσο συμπαθής η Σουηδέζα πεζοπόρος, είπα να μην της το χαλάσω. Μπορεί άλλωστε να ήξερε και κάτι παραπάνω από μένα. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα… </p>
<p>Τέτοιες ακριβώς κρυστάλλινες πέτρες είχα μαζέψει στην Vale da Lua της Βραζιλίας το 2005. Και για κείνο το μέρος, όπως και για αυτό εδώ το νησί, υπάρχει η φήμη ότι είναι τόπος με πολύ δυνατή ενέργεια, επειδή το έδαφος και εκεί είναι λέει καμωμένο από κρυστάλλους. Το είπα στην Σουηδέζα και ενθουσιάστηκε. Με ρώτησε λεπτομέρειες για το που ακριβώς βρίσκεται η Vale da Lua. Της εξήγησα. Μού είπε ότι θα ήθελε να πάει κι εκείνη εκεί κάποτε…</p>
<p>Πιάσαμε την κουβέντα για διάφορα τέτοια θέματα, καθισμένες στα βραχάκια στην άκρη του γκρεμού, πεντακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει και τα χρώματα άλλαζαν. Στον ορίζοντα απέναντι άρχισαν να διακρίνονται καθαρά η Ανάφη και η Αστυπάλαια. </p>
<p>Της έδειξα τα μέρη στα οποία θα άξιζε να πάει, πριν επιχειρήσει την Vale da Lua της μακρινής Βραζιλίας. Τη Καλαμιώτισσα πάνω στο γρανιτένιο βράχο της Ανάφης. Το φαράγγι του Αη Γιάννη στην Αστροπαλιά. Κι εδώ στην Αμοργό, τον Προφήτη Ηλία, στο τριγωνάκι που εξείχε πίσω από την κορυφογραμμή που φτάνει ως την Χώρα. Ανταλλάξαμε πληροφορίες για διάφορα άλλα μονοπάτια, για άλλα νησιά. Αποχαιρετιστήκαμε  σαν φίλες ετών. Στα μονοπάτια και στις ερημιές έχουμε βρει και αποκτήσει τους καλύτερους φίλους. Έχουμε κάνει τις πιο ενδιαφέρουσες κουβέντες, τις πιο αναπάντεχες, τις πιο «αξιοσημείωτες συναντήσεις». </p>
<p>Μίλαγα για τον κόπο και τον κάματο και για την χαρά που σε πλημμυρίζει άμα φτάνεις τελικά στον στόχο σου. Όμως περπατώντας στα μονοπάτια, μαθαίνεις να εκτιμάς και να χαίρεσαι και την ίδια τη διαδρομή. Μαθαίνεις εμπειρικά ότι η κούραση είναι μεγαλύτερη, αν κάθε τόσο κοιτάς που βρίσκεσαι και πόσο έχεις ακόμα. Μαθαίνεις να μη κοιτάς ούτε μπρος ούτε πίσω. Πράγματα που ισχύουν ίδια και στη πορεία ολόκληρης της ζωή μας. </p>
<p>Τα μονοπάτια είναι λαξευμένα και χτισμένα με μεγάλη σοφία και οικονομία. Πολλά απ’ αυτά είναι αρχαία. Σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των Κυκλάδων με μινωική χάρη. Πεζοπόροι αιώνων τα άνοιξαν με τα βήματά τους περνώντας από τα πιο βατά σημεία της κάθε διαδρομής. Κατόπιν οι άνθρωποι τα έστρωσαν με λειασμένες πέτρες, μικρές ή μεγάλες και τα έκαναν καλντερίμια. Είναι πολύ όμορφη η αισθητική των χτισμένων καλντεριμιών. Η απόσταση ανάμεσα στο κάθε σκαλοπάτι και ανάμεσα στην κάθε στροφή της κορδέλας είναι σοφά μελετημένη ώστε να σε κουράζει όσο το δυνατόν λιγότερο. Τέτοια είναι συνήθως τα μονοπάτια που οδηγούν σε κομβικά σημεία, μοναστήρια, μύλους, πηγάδια, πηγές. Όταν βρίσκονται κοντά στους οικισμούς ή στα μοναστήρια τα μονοπάτια είναι συνήθως στρωμένα πλέον και με μια στρώση τσιμέντου και ασπρισμένα με ασβέστη. Μετά από ώρες βαδίσματος σε πέτρες και κατσάβραχα, άμα πατήσεις σε στρωμένο μονοπάτι νομίζεις ότι πατάς σε βελούδινη μοκέτα. Εκτός κι αν φοράς τα σύγχρονα ορειβατικά παπούτσια με τις ενισχυμένες σόλες, που δεν σε αφήνουν πια και τόσο να νιώθεις άμεσα την επαφή με το έδαφος.</p>
<p>Στις μέρες μας πολλά σημεία των πρώην καλοστρωμένων καλντεριμιών έχουν χαλάσει και έχουν γίνει σωροί από κυλιόμενες πέτρες. Είναι κάπως δυσάρεστο να βαδίζεις πάνω τους ισορροπώντας, ενώ οι πέτρες μετακινούνται ή γλιστρούν κάτω από τα πόδια σου. Μετά από εκείνα τα σημεία, ακολουθούν συνήθως τα στενότερα μονοπάτια που δεν έχουν ποτέ στρωθεί με πέτρα. Είναι πατημένοι από τους ανθρώπους, στενοί διάδρομοι ανάμεσα στα αγριόχορτα και τα βοτάνια. Σε κάποια σημεία τους που δεν έχουν πατηθεί για καιρό η βλάστηση τα έχει κλείσει, τα έχει χαλάσει εντελώς. Είναι εκεί που μπορεί και να χαθείς. Εκεί που αρχίζει ο μοναχικός δρόμος πέρα από την «πεπατημένη». Δύσκολος αλλά και πιο ενδιαφέρον, μια και βασίζεσαι στις δικές σου και μόνο επιλογές, στις δικές σου και μόνο δυνάμεις, στην δικιά σου καλή παρατήρηση και αναγνώριση των σημαδιών.</p>
<p>Εύκολα αναγνωρίζονται κάποια σημάδια προηγούμενου ανθρώπου που πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Μια ανθρώπινη πατημασιά, ένα σπασμένο κλαδάκι, ένα πεταμένο κουτί τσιγάρων παλιάς μάρκας απ’ αυτές που καπνίζουν ακόμα οι γέροι αγωγιάτες στα νησιά, καβαλίνες μουλαριού, ίχνη σκυλιού είναι δείγματα ότι δεν έχεις χάσει το μονοπάτι, δεν κινδυνεύεις να βρεθείς σκαρφαλωμένος στις ακόμα στενότερες και πιο απόκρημνες διόδους των κατσικιών. Τα στενά αυτά σημεία των μονοπατιών είναι εκείνα που περνούν συνήθως και από τις πιο εντυπωσιακές τοποθεσίες. Όχι τόσο ευχάριστα για κείνους που φοβούνται το ύψος. </p>
<p>Θυμάμαι κάποτε πόσο είχε τρομάξει ένας φίλος που είχε έρθει μαζί μας σε κάποια τέτοια ορειβασία. Είχε ανέβει άφοβα ως την κορφή. Καθώς όμως επιστρέφαμε κατηφορίζοντας την ίδια διαδρομή, σε κάποιο απόκρημνο σημείο κοίταξε προς τα κάτω και μόλις συνειδητοποίησε το ιλιγγιώδες ύψος στο οποίο περπατούσαμε  πανικοβλήθηκε. Σε όλο τον υπόλοιπο δρόμο χρειάστηκε να του τραγουδάω, για να ξεχνάει τον φόβο του και να περπατά.</p>
<p>Όταν ανηφορίζεις δεν γίνεται συγχρόνως να τραγουδάς, εκτός κι αν πηγαίνεις με πολύ αργό ρυθμό. Αλλιώς λαχανιάζεις. Στις κατηφόρες όμως και καθώς τα πνευμόνια και ο εγκέφαλος έχουν οξυγονωθεί στο έπακρο, θες να τραγουδάς, να φωνάζεις, να χορεύεις, να στροβιλίζεσαι στα αλώνια. Έρχονται όμως στιγμές που το μονοπάτι σού επιβάλει να ελέγξεις και να συγκρατήσεις αυτή την υπέροχη εκστατική φόρα, για να μη βρεθείς στο κενό. Χρήσιμο συμπέρασμα ζωής και αυτό… </p>
<p>Οι έμπειροι πεζοπόροι και οι αναρριχητές το λένε άλλωστε. Η κατηφόρα, αν και φαντάζει πιο εύκολη, είναι πιο δύσκολη από την ανηφόρα και θέλει πιο πολύ προσοχή. Και τα γόνατα, μετά από κάποια ηλικία  πονούν στις απότομες κατηφόρες. </p>
<p>Άλλη μία γνώση, άλλη μία εκπαίδευση που χαρίζει το περπάτημα στα μονοπάτια: Απλά και ρεαλιστικά, προειδοποιείσαι για την αναπόφευκτη φθορά του σώματος και των δυνάμεών του, που θες δεν θες, έρχεται σε όλους με τον χρόνο. Κι έτσι προλαβαίνεις έγκαιρα και σιγά σιγά να οπλίσεις τον εαυτό σου με τις ανάλογες τεχνικές για να το αντιμετωπίσεις. Δεν πάει να φθείρεται το σώμα, ο νους όλο και ασκείται όλο και πλουταίνει.</p>
<p>Όταν κουράζονται τα πόδια μου και φτάνουν να πονάνε, προσπαθώ να φανταστώ ότι αυτά τα δυο πόδια δεν είναι παρά οι υπηρέτες του κεφαλιού μου. Είναι εκείνα που κοπιάζουν, ώστε να μπορώ εγώ να βλέπω, να ακούω, να μυρίζω και να αισθάνομαι όμορφα πράγματα. Ο μυϊκός πόνος εξαφανίζεται τότε. Απλά τον παρατηρώ σαν να συμβαίνει σε κάποιον άλλο. Εξάσκηση του νου και του σώματος λοιπόν. Και παρατηρήσεις και συμπεράσματα και εκλάμψεις σοφίας. Ευελιξία και ευεξία. Ελαφράδα και ευτυχία. Είναι μερικά από τα ανεκτίμητα δώρα που σού δίνουν τα μονοπάτια, όταν τα περπατάς. </p>
<p>Όμως… κουράστηκα.<br />
Και έτσι όπως κατεβαίνουμε αυτό εδώ το τέλεια στρωμένο και συντηρημένο τελευταίο μέρος του μονοπατιού με τα φαρδιά σκαλοπάτια, τυχαίνει συνεχώς το κάθε κατέβασμα σκαλιού να πέφτει στο ίδιο πόδι, στο δεξί, με το βάρος του σώματος να χτυπά κάθε φορά το δεξί και μόνο γόνατο, που μόλις μού έστειλε τη πρώτη μικρή σουβλιά. Αν συνεχίσω έτσι, η στιγμιαία σουβλιά θα εξελιχτεί σε  πόνο. </p>
<p>Μα δεν με πιάνει τίποτα πια. Υπερ-οξυγονωμένη μετά από το οχτάωρο περιπατητικό τρανς, τινάζω το δεξί μου πόδι με μια αργή, τρεμουλιαστή κλωτσιά, για να χαλαρώσω τον μυ και να στείλω προς το πονεμένο γόνατο τους εσωτερικούς εκείνους χυμούς, τα μυστικά ναρκωτικά του σώματος, που δρουν ως φυσικά παυσίπονα. </p>
<p>Με έκπληξη διαπιστώνω ότι αυτή η κίνηση που μόλις έκανα αυθόρμητα, μοιάζει με μια από τις φιγούρες των παραδοσιακών χορευτών. Για κοίτα… Το περπάτημα στα καλντερίμια, εκτός των άλλων, σε μαθαίνει και να… χορεύεις. </p>
<p>Σκάμε στα γέλια μαζί με τον Στάθη, καθώς επαναλαμβάνω την κίνηση, μιμούμενη κωμικά ένα βαρύ τσάμικο. Πιανόμαστε απ’ τους ώμους και ξεκαρδισμένοι στα γέλια αρχίζουμε να χορεύουμε πάνω στις καλοστρωμένες πλάκες του μονοπατιού, ενώ ο ήλιος απέναντι δύει πίσω απ’ τα βουνά της Δονούσας.</p>
<p>Υστερόγραφο.</p>
<p>Σκέφτομαι κείνον τον λαϊκό ζωγράφο του προηγούμενου αιώνα, ανάπηρο απ’ τη μέση και κάτω, που ζούσε σε έναν απομακρυσμένο ορεινό οικισμό του νησιού στη μέση της μακρόστενης κορυφογραμμής. Μέσα από μια σκουληκότρυπα του χρόνου τον βλέπω να μας παρακολουθεί που χορεύουμε ξέγνοιαστοι στο φαρδύ καλντερίμι με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, ενώ κατηφορίζουμε προς το χωριό για να ετοιμαστούμε για τον παγανιστικό επιτάφιο, Μεγάλη Παρασκευή του 2009.  </p>
<p>Τον φαντάζομαι να σέρνεται πάνω στα χέρια του μέχρι το σημείο όπου οι βράχοι στέκουν κάθετοι σαν έτοιμο καναβάτσο  ζωγράφου και όπως το συνήθιζε, λένε, να λαξεύει πάνω τους με λαχτάρα δυο ανθρώπινες φιγούρες που χορεύουν πιασμένες χέρι χέρι, αποθανατίζοντας με την τέχνη του όλη τη χαρά της ζωής. </p>
<p>Για να θυμίζουν οι φιγούρες αυτές σε κάθε διαβάτη που περνά από κει και τις βλέπει, ότι όσο είμαστε όρθιοι και γεροί και περπατάμε πάνω στα δυο μας πόδια, οφείλουμε να είμαστε απέραντα ευγνώμονες για αυτό το χάρισμα που, ενώ δεν είναι, το θεωρούμε όμως, δεδομένο. </p>
<p>Ευχαριστώ λοιπόν την Τύχη, την Φύση, την Ενέργεια, τον Θεό, ή ότι θέλετε τέλος πάντων, για το πολύτιμο αυτό δώρο. Κυρίως ευχαριστώ τον μακαρίτη πατέρα μου, που από μικρή μού έδειξε και με έμαθε να αγαπώ τα κατσάβραχα, τα καλντερίμια, τα μονοπάτια, τα ανοιχτά τοπία, την φύση. </p>
<p>Κρίστη Στασινοπούλου<br />
Αμοργός, Μεγάλη Βδομάδα του 2009</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://krististassinopoulou.com/%cf%83%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%80%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ba%cf%85%ce%ba%ce%bb%ce%ac%ce%b4%cf%89%ce%bd/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Γκοα-σκόπιο 2: Sunjyot, η άλλη μου δασκάλα</title>
		<link>http://krististassinopoulou.com/sunjyot/</link>
		<comments>http://krististassinopoulou.com/sunjyot/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 08 Mar 2014 17:07:57 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kristi-stathis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Blog]]></category>
		<category><![CDATA[in Greek]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://krististassinopoulou.com/wordpress/?p=930</guid>
		<description><![CDATA[Περιγραφές, συναντήσεις, σκέψεις και εντυπώσεις από τον Νότο της Ινδίας. Sunjyot, η άλλη μου δασκάλα]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Γκοα-σκόπιο (2) </strong><br />
Περιγραφές, συναντήσεις, σκέψεις και εντυπώσεις από τον Νότο της Ινδίας</p>
<p><strong>Sunjyot, η άλλη μου δασκάλα </strong></p>
<p>Η Sunjyot είναι τραγουδίστρια και δασκάλα φωνητικής της κλασσικής Ινδικής μουσικής. Η σχολή της βρίσκεται στην βορινή άκρη του χωριού, αντίθετα από την σχολή του Sharat, που βρίσκεται στην ερημιά, μισή ώρα δρόμο πιο κάτω κι απ’ τα τελευταία σπίτια της νότιας πλευράς.</p>
<p>Μοιάζει σαν οι κοσμικές δυνάμεις του χάους και των συμπτώσεων να συνωμότησαν και να εγκατέστησαν δυο δάσκαλους για μένα στο ίδιο αυτό μακρινό και απομονωμένο (κάποτε) χωριό, όπου βρέθηκα τυχαία πριν από χρόνια, μετά από ένα δωδεκάωρο ταξίδι με sleepers bus προς τον νότο της Ινδίας. Τους βρήκα και τους δυο εκεί: έναν δάσκαλο του γιόγκα, της γραμμής του BKS Iyengar, που έμελλε να γίνει ο δάσκαλος μου, και μια δασκάλα μουσικής, που μετά από τόσα χρόνια επανάπαυσης στα κεκτημένα, με έβαλε ξανά στην μουσική μελέτη και εξάσκηση.</p>
<p>«Που βρίσκεται η Ελλάδα;» Ρώταγε και ξαναρώταγε η Sunjyot όταν πρωτογνωριστήκαμε. Ένα απόγευμα έφερε το βιβλίο γεωγραφίας της κορούλας της και άνοιξε τον χάρτη του κόσμου για να της δείξω.</p>
<p>Μόλις της έδειξα την Ελλάδα, μια τόση δα κουκίδα, μια μικρή χερσόνησο στην άκρη της Ευρώπης, φάνηκε να στενοχωρήθηκε. «Τόσο μικρή είναι η πατρίδα σου;» ρώτησε απογοητευμένη, «πόσους κατοίκους έχει;» Η έκπληξή της μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όταν της απάντησα, δέκα εκατομμύρια. Ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Σχολιάσαμε ότι ολόκληρη η Ελλάδα έχει το ένα τρίτο του πληθυσμού της Βομβάης και μόνο.</p>
<p>Για να της αλλάξω την εντύπωση, άρχισα να της μιλώ για τα νησιά του Αιγαίου, τις παραλίες, τους τουρίστες που τα επισκέπτονται εδώ και χρόνια με σακίδια στην πλάτη και λαχτάρα για ήλιο και θάλασσα, ακριβώς όπως έρχονται και στην Γκόα. «Αχ» είπε τότε, «φαντάζομαι τα νησιά αυτά… Στρογγυλά και καταπράσινα στη μέση της θάλασσας, γεμάτα έλατα και νερά και ξύλινες καλύβες!» Ήταν η σειρά μου να σκάσω στα γέλια και προσπάθησα να της εξηγήσω ότι τα νησιά της Μεσογείου είναι αρκετά αλλιώτικα από αυτό που φανταζόταν.</p>
<p>Στην Sunjyot πηγαίνω για μάθημα κάθε απόγευμα μετά την δύση του ήλιου. Tο όνομα της σχολής, γραμμένο σε μια μεγάλη ροζ ταμπέλα κρεμασμένη στον φράχτη απ’ έξω: Academy of Classical Indian Music and Vocal Training.</p>
<p>Παρά τον πομπώδη τίτλο, η σχολή δεν είναι παρά ένα χαμηλό, τετράγωνο, πλίνθινο σπιτάκι με κεραμίδια. Ένα μικρό δωμάτιο όλο κι όλο, με μια χαμηλή πόρτα κι ένα παράθυρο που βλέπει στο χωμάτινο σοκάκι που οδηγεί στην παραλία. Παλιότερα πρέπει να ήταν ψαράδικο σπίτι ή αποθήκη.</p>
<p>Αφήνω τα παπούτσια στην είσοδο και μπαίνω στο δωματιάκι, καθαρό, δροσερό και εντελώς γυμνό από έπιπλα, όπως άλλωστε και τα περισσότερα σπίτια εδώ. Η Sunjyot με υποδέχεται πάντα χαμογελαστή, ντυμένη και στολισμένη απ’ την κορφή ως τα νύχια με τα πολύχρωμα ινδικά ρούχα και στολίδια της.</p>
<p>Θυμάμαι στην εφηβεία μου πόσο «στην τρίχα» στολισμένη και χαμογελαστή με υποδεχόταν για το μάθημα δυτικού κλασικού τραγουδιού η τότε δασκάλα μου φωνητικής, η κυρία Ναυσικά Βουτυρά-Γαλανού. Η θρυλική πρωταγωνίστρια των έργων του Καλομοίρη, παλιά ντίβα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έμενε σε ένα ηλιόλουστο ρετιρέ πάνω στην πλατεία Κυψέλης. Πόση διαφορά είχε εκείνο το αστικό διαμέρισμα στην Κυψέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, από αυτό εδώ το πλίνθινο καλυβάκι σ’ ένα χωριό του νότου της Ινδικής χερσονήσου.</p>
<p>Η Sunjyot κάθεται σταυροπόδι πάνω σε ένα μαξιλάρι, με την πλάτη στον απέναντι τοίχο. Πλάι της μια χαμηλή ραφιέρα από μπαμπού με τα βιβλία και τις σημειώσεις της και ένας ινδικός ταμπουράς. Μπροστά της ένα ξύλινο ινδικό αρμόνιο με κλεισμένο το καπάκι του, χρησιμεύει μόνο σαν χαμηλό τραπεζάκι για γράψιμο.</p>
<p>Το αρμόνιο με τα συγκερασμένα πλήκτρα δεν είναι όργανο κατάλληλο για τη συνοδεία της κλασσικής Ινδικής μουσικής. Η χορδή ενός ταμπουρά και μόνο αρκεί για να ασκείσαι πάνω-κάτω στις ινδικές ράγγες, όπως ακριβώς και οι βυζαντινοί ψάλτες χρησιμοποιούν το ψαλτήρι ή τους άλλους ψάλτες που κρατάνε το ίσο.</p>
<p>Αν δεν έχεις πραγματικό ταμπουρά, τότε ένα shruti box, δηλαδή ένας ηλεκτρονικός ταμπουράς, κάνει την ίδια δουλειά. Πρόκειται για μια απλή ηλεκτρονική γεννήτρια μέσα σε ένα μικρό μεταλλικό κουτί με ηχείο, σαν τρανζιστοράκι. Ένα τέτοιο χρησιμοποιεί και η Sunjyot, ακουμπισμένο στο πάτωμα πλάι στο μαξιλάρι της. Κάθομαι κι εγώ σταυροπόδι απέναντί της, στο δικό μου μαξιλάρι πάνω στην απλωμένη ψάθα. Μετά τα σύντομα νέα της ημέρας, η Sunjyot γυρνάει τον διακόπτη του shruti box και το μάθημα αρχίζει.</p>
<p>Ο συνεχόμενος, διαπεραστικός ήχος σε βάζει κατευθείαν σε διαλογιστική διάθεση. Η σπονδυλική στήλη συντονίζεται σαν χορδή οργάνου με το τονικό κέντρο, την νότα που παράγει η μικρή ηλεκτρονική γεννήτρια. Ξεκινάμε με αργά επαναλαμβανόμενα ΩΜ. Τα μάτια μας είναι κλειστά.</p>
<p>Παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας της, δεν θα ‘ναι πάνω από τριάντα, η Sunjyot είναι έμπειρη και σοφή δασκάλα. Καθώς απαγγέλω μαζί της το ΩΜ, από τον ήχο της φωνής μου καταλαβαίνει ποια στιγμή είμαι έτοιμη να αρχίσω το τραγούδισμα.</p>
<p>Ακούει πότε ακριβώς καταλαγιάζει η αναπνοή μου από την πορεία πάνω στην απέραντη αμμουδιά μέχρι το σπιτάκι της, πότε στεγνώνει ο ιδρώτας μου, πότε παύουν να με ενοχλούν τα κουνούπια, οι καπνοί κι οι μυρουδιές από τις απογευματινές φωτιές, πότε φεύγουν από το μυαλό μου οι εικόνες από την διαδρομή ως εδώ, οι συζητήσεις με τους φίλους που συνάντησα, οι σκέψεις και οι εντυπώσεις, η φασαρία του νου. Μόλις αισθανθεί ότι όλα αυτά ησύχασαν, ανοίγει τα μάτια και αντί για ΩΜ, αρχίζει σιγανά σιγανά να τραγουδά την πρώτη νότα : Σααααα… Την μιμούμαι.</p>
<p>Η μίμηση είναι ο βασικός τρόπος μάθησης στην Ασία. Συντονίζεσαι με τον γκουρού σου, τον δάσκαλο ή την δασκάλα, σαν μωρό που μιμείται τις κινήσεις και τους τρόπους των μεγάλων και έτσι μεγαλώνει κι αυτό. Ακούς και τραγουδάς κι εσύ μαζί. Παρακολουθείς προσεχτικά και κατόπιν επαναλαμβάνεις&#8230; Χωρίς πολλές πολλές σκέψεις. Χωρίς πολλές ερωτήσεις, αμφισβητήσεις, θεωρίες.</p>
<p>Με αυτόν τον αρχέγονο και απλό τρόπο αρχίζει αργά αργά να ξεδιπλώνεται μέσα σου η ράγγα που κάθε φορά μαθαίνεις. Και μετά το τραγούδι, και μετά ο αυτοσχεδιασμός, και μετά η αποκορύφωση του alap, του tal, του ρυθμού. Χωρίς να το καταλάβεις αρχίζεις να τσαλαβουτάς με τις άκρες των ποδιών σου στα ρηχά, τα πολύ ρηχά, της ινδικής μουσικής. Στα βαθιά του ωκεανού αυτής της μουσικής δύσκολα κολυμπά κανείς αν δεν έχει γεννηθεί και μεγαλώσει με αυτήν. Εκτός και αν αποφασίσει να της αφιερωθεί ολοκληρωτικά. Δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, άλλωστε και να το ‘θελα, δεν προλαβαίνω πια.</p>
<p>Όμως, η μέθοδος αυτή της εξάσκησης στην μονοφωνία, η προσήλωση στον ένα τόνο, η αργή και ηδονιστική φωνητική διολίσθηση από την μία νότα της ράγγας στην επόμενη, εντρυφώντας στην λεπτομέρεια των διαστημάτων, μοιάζει με τον τρόπο της βυζαντινής ψαλτικής τέχνης που από μικρή λαχταρούσα να μάθω.</p>
<p>Γύρω στα δεκάξι, δεκαεφτά μου, είχα πάει στη σχολή του μεγάλου μελετητή και δάσκαλου της Βυζαντινής μουσικής Σίμωνα Καρά και του είχα ζητήσει να μπω στη σχολή, να παρακολουθώ τα μαθήματα του. Ο σπουδαίος εκείνος δάσκαλος ήταν συντηρητικός και πολύ αυστηρός. Τον είχε μάλλον ενοχλήσει η ατημέλητη εμφάνισή μου. Μετά από μια γρήγορη απαξιωτική ματιά, μού είχε δηλώσει ότι δεν μπορούσε να με δεχτεί στη σχολή του. Για να αλλάξω την εντύπωση που είχε προκαλέσει το χίπικο ντύσιμό μου και να τού δείξω ότι ήμουν «σοβαρό» κορίτσι, είχα πει σεμνά ότι σπούδαζα κλασικό τραγούδι και μάλιστα κοντά σε μια τόσο φημισμένη, αυστηρή και απαιτητική δασκάλα. Ένας λόγος παραπάνω να μην με δεχτεί… Ο Σίμων Καράς έλεγε, ότι για να μάθεις σωστά τη βυζαντινή μουσική, έπρεπε να μην έχεις δυτικά ακούσματα. Να είσαι αγνός και εύπλαστος μουσικά, τάμπουλα ράσα.</p>
<p>Απογοητευμένη που δεν έγινα δεκτή στην σχολή του, συνέχισα τα απογεύματα να το σκάω από το φροντιστήριο κι από τα γερμανικά, να ανηφορίζω στον γειτονικό μου Λόφο του Στρέφη και εκεί στις παρυφές του πευκόδασους και με την θέα των Εξαρχείων και της Αθήνας στα πόδια μου, καθισμένη πάνω στο πέτρινο πεζουλάκι έξω απ’ τη σχολή, να ακούω μαγεμένη τις ψαλμωδίες και τις χορωδίες που ξεχύνονταν από τα ανοιχτά παράθυρα.</p>
<p>Μια ίδια αίσθηση με τύλιξε ξανά μετά από τόσες δεκαετίες, καθώς περνούσα έξω από την σχολή της Sunjyot στο στενό χωμάτινο σοκάκι που βγαίνει στην παραλία. Η ταμπέλα Academy of Classical Indian Music and Vocal Training τράβηξε το ενδιαφέρον μου. Στάθηκα να ακούσω, μπήκα να δω, να ρωτήσω, και έτσι βρέθηκα με μια… Ινδή δασκάλα φωνητικής. Και συγχρόνως με μια φίλη, που πριν και μετά και ανάμεσα στα μαθήματά, είχε να μου πει τόσα ενδιαφέροντα πράγματα για την ζωή της, την οικογένειά της, την κοινωνία και τις συνήθειες στα χωριά και τις πόλεις του νότου της Ινδίας.</p>
<p>Η Sunjyot είναι γέννημα και θρέμμα της Γκόα. Ο πατέρας, της μουσικός κι ίδιος, διέκρινε το ταλέντο της κόρης του και μετά το σχολείο την έστειλε να σπουδάσει κλασική Ινδική μουσική και τραγούδι στην περίφημη Kala Academy of Arts στο Panjim.</p>
<p>Το Panjim, η πολιτιστική πρωτεύουσα της Γκόα, είναι μια όμορφη πόλη-λιμάνι κτισμένη πάνω στις εκβολές ενός τεράστιου ποταμού που χύνεται τεμπέλικα στον ωκεανό. Σε κείνο το σημείο δεν καταλαβαίνεις ακριβώς αν πρόκειται για έναν φαρδύ ποταμό που εκβάλει στη θάλασσα ή για έναν βαθύ κόλπο της θάλασσας που εισβάλει στη ζούγκλα. Η βόρεια ακτογραμμή είναι γεμάτη αραγμένα ψαροκάικα και τράτες, ενώ στην νότια βρίσκεται το εμπορικό λιμάνι και η πόλη. Η παλιά πόλη χτισμένη στις ανηφοριές του λόφου πάνω από την θάλασσα με στενά δρομάκια και σκαλοπάτια και με πολύχρωμα παλιά αρχοντικά σπίτια πορτογαλικού ρυθμού δεν μοιάζει τόσο με Ινδία, θυμίζει λίγο λιμάνι της Πορτογαλίας και πιο πολύ ακόμα της Λατινικής Αμερικής.</p>
<p>Το συγκρότημα κτηρίων της Kala Academy of Arts βρίσκεται χαμηλά, στην περιφερειακή, παραλιακή λεωφόρο, μέσα σε ένα πάρκο με φοίνικες και εξωτικά δέντρα. Θεωρείται ένα από τα πολιτιστικά στολίδια της πόλης. Στο ανοιχτό αμφιθέατρό της σχολής, δίνονται συνεχώς συναυλίες και παραστάσεις, ενώ κάθε χρόνο φιλοξενείται εκεί και ένα φημισμένο φεστιβάλ Ινδικού και παγκόσμιου κινηματογράφου.</p>
<p>Στο όμορφο αυτό αμφιθέατρο, πλάι στην θάλασσα, κάτω από τους φοίνικες, είχαμε ακούσει ζωντανά τον McLaughlin με τους Shakti, σε μια πολύ καλή και μεγάλης διάρκειας συναυλία, με το πιο πολύχρωμο κοινό: Ινδοί, Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι, Αυστραλοί, Ισραηλινοί, Κινέζοι, Γιαπωνέζοι, Ρώσοι, μόνιμοι κάτοικοι της Γκόα και περαστικοί ταξιδευτές, όσοι είχαν πληροφορηθεί για αυτή την σημαντική συναυλία, ήταν όλοι εκεί.</p>
<p>Η Sunjyot μου διηγείται συχνά για τα χρόνια που έζησε στο Panjim, σπουδάζοντας Ινδική Κλασσική μουσική και τραγούδι σ’ αυτήν ακριβώς την Kala Academy of Arts. Τα πιο ωραία χρόνια της ζωής της… Χάρη στο ταλέντο και την αφοσίωση της στη μουσική, είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον συντηρητισμό του μικρού, απομονωμένου χωριού και να βρεθεί με την συγκατάθεση των γονιών της και κυρίως του πατέρα της, να ζει μόνη της και να σπουδάζει σε μια πόλη. Με δύο συμφοιτήτριές της μοιράζονταν ένα νοικιασμένο σπίτι. Σχεδόν θρησκευτικά προσηλωμένη στις σπουδές της και στην μουσική, συνεχίζει ως σήμερα με την ίδια ευλάβεια να υπηρετεί την Sarasvati. Μοναδικό στολίδι στους άδειους τοίχους της καμαρούλας-σχολής της, είναι η εικόνα της θεάς, κρεμασμένη στον τοίχο πίσω από την θέση της δασκάλας.</p>
<p>Η Sarasvati, ανάμεσα στα άλλα, είναι και η θεά της μουσικής, της μελέτης, της γνώσης. Κάτι σαν την δική μας Αθηνά. Στην κλασσική της απεικόνισή είναι καθισμένη πάνω σε άνθος λωτού και κρατά στα χέρια την μπίνα, ένα είδος ινδικού ταμπουρά. Φοράει άσπρο σάρι, άσπρο βραχιόλι από μαργαριτάρια στον καρπό και μπροστά στα πόδια της κάθεται συνήθως ένας κύκνος.</p>
<p>Το άσπρο είναι το χρώμα της διαύγειας, της καθαρότητας και της αγνότητας της γνώσης. Σε τέτοια κατάσταση πρέπει να βρίσκεται ο νους, ώστε να είναι ανοιχτός και δεκτικός στην γνώση. Γι’ αυτό και η Sarasvati είναι πάντα ντυμένη στα άσπρα. Γνώριμη φιγούρα των ινδικών θρησκευτικών εικόνων και αγαλματίδιων, που όμως δεν την συναντάς τόσο πολύ συχνά όσο εκείνη του Shiva, ή του Krishna, ή του Ganesha, του μωρού με το ελεφάντινο κεφάλι.</p>
<p>Αυτός ο τελευταίος είναι από τους πιο δημοφιλείς θεούς στην σύγχρονη Ινδία, μια και συμβολίζει το ξεπέρασμα των εμποδίων και την πρόοδο στα επαγγελματικά και οικονομικά ζητήματα.</p>
<p>Τον Shiva, τον Krishna, τον Ganesha, την Laxshmi, το σύμβολο του ΩΜ, τα βλέπεις συνεχώς μπροστά σου στις Ινδίες. Στους ναούς, στα σπίτια, στα μαγαζιά, στα οχήματα, πάνω σε συσκευές, σε ψυγεία, σε τουριστικά μπλουζάκια, σε βιτρίνες. Υπάρχουν και εκείνα τα αστεία αγαλματάκια θεών με τα πολύχρωμα λαμπιόνια και τα φωτορυθμικά, που τα τοποθετούν συνήθως οι ταξιτζήδες στα παρμπρίζ τους για να τους φυλάνε, καθώς οδηγούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, γεμάτοι χαρά και ενθουσιασμό και χωρίς την παραμικρή προσοχή, στους δρόμους-σκοτώστρες της απερίγραπτης αυτής χώρας.</p>
<p>Για λόγους ασφάλειας πολλοί οδηγοί έχουν προσαρμόσει στα ταξί τους κι ένα μικρό ηλεκτρονικό συναγερμό που ενεργοποιείται κάθε που βάζουν την όπισθεν, εκπέμποντας ένα μελωδικό ηλεκτρονικό ρίνγκτοουν. Μια κάπως πιο… πρακτική αντιμετώπιση του κινδύνου… Κάθε φορά που ακούς κοντά σου ένα παιδικό ηλεκτρονικό ηχάκι να παίζει το Happy Birthday, το Jinglebells ή κάποια γνωστή μελωδία του Ινδικού κινηματογράφου, πρέπει αμέσως να κοιτάξεις μην τυχόν και πέφτει πάνω σου με την όπισθεν κάποιο ταξί. Όσοι dheva και να αναβοσβήνουν στο παρμπρίζ του, δεν θα σε σώσουν αν δεν πηδήσεις στο πλάι…</p>
<p>Ξεκίνησα με την Sarasvati και την θρησκευτική αφοσίωση στην μελέτη της μουσικής και κατέληξα στα κιτς αγαλματάκια και τα αστεία ριγκτόουνς των Ινδικών οχημάτων&#8230; Όμως έτσι είναι η Ινδία. Έχει απ’ όλα.</p>
<p>Πνευματικότητα και σοφία, αλλά μαζί και υλισμό και αγάπη για την πολυτέλεια κι έναν πρωτόγονο σχεδόν θαυμασμό για τα μοντέρνα επιτεύγματα του τεχνικού πολιτισμού. Απελπιστική φτώχια και απέραντη χλιδή. Μοντέρνα γυάλινα κτήρια και πλάι τους ατέλειωτες παραγκουπόλεις και εκατομμύρια άστεγους στους δρόμους. Μια ανερχόμενη, μεσαία, αστική τάξη στις υπερμεγέθεις πόλεις, αλλά και εκατομμύρια αγρότες και ψαράδες στην ύπαιθρο. Κι ακόμα, στην Ινδία συνυπάρχουν πλάι πλάι πολλές διαφορετικές εποχές και μνήμες. Ο εικοστός πρώτος αιώνας, η Ελλάδα του πενήντα και του εξήντα, ο μεσαίωνας, η εποχή των Βεδών, η προϊστορία. Όλα μπλέκονται γλυκά και σουρεαλιστικά.</p>
<p>Τα πιτσιρίκια του χωριού που βλέπεις να παίζουν ξυπόλητα πάνω στο χώμα, μπορεί παράλληλα να χειρίζονται έναν υπολογιστή σαν έμπειροι χάκερ, ενώ οι μανάδες τους πάρα πέρα πλένουν ακόμα τα ρούχα στο ρέμα, ή καίνε τα σκουπίδια με όλα τα πλαστικά μπροστά από το σπίτι τους. Στις μεγάλες Ινδικές πόλεις υψώνονται όλο και πιο πολλοί ουρανοξύστες, στα χωριά οι καρυδάδες συνεχίζουν εδώ και χιλιετίες να σκαρφαλώνουν σαν αίλουροι στους πανύψηλους κορμούς των φοινικόδεντρων, να τα καθαρίζουν και να μαζεύουν τους καρπούς τους.</p>
<p>Οι καρυδάδες είναι συνήθως μικροκαμωμένοι και ευκίνητοι. Με τα σκέλια και τα μπράτσα τους λεπτά σαν οδοντογλυφίδες αγκαλιάζουν τους πανύψηλους κορμούς αυτών των δέντρων, σκαλώνοντας τις φτέρνες τους στις μικρές εσοχές που έχουν ανοίξει πάνω στο ξύλο αντί για σκαλοπατάκια, και αναρριχώνται ως την κορυφή, στον ουρανό σχεδόν&#8230; Κρεμασμένοι εκεί πάνω, μέσα και έξω από τις πυκνές φυλλωσιές και ενώ τα κοράκια κρώζουν απειλητικά και πετάνε γύρω απ’ τις φωλιές τους αγριεμένα, κλαδεύουν με μια μαντεμένια χατζάρα τα μαραμένα φύλα, τα επικίνδυνα κλαδιά και τις ώριμες καρύδες που είναι έτοιμες να πέσουν. Από κάτω γίνεται βομβαρδισμός.</p>
<p>Με το ίδιο εργαλείο σπάνε την άκρη της καρύδας για να πιούν το γάλα της και μετά την ανοίγουν στα δύο για να φάνε την άσπρη ψίχα. Και με την ακονισμένη μύτη του χαράζουν τα χλωρά κλαριά της φοινικιάς και μαζεύουν τον παχύρευστο άσπρο χυμό που στάζει, χρήσιμο στην φαρμακευτική, τη μαγειρική, τη παρασκευή καλλυντικών. Τα φύλα του δέντρου τα πλέκουν σε μεγάλες ψάθες. Τα ξερά κλαδιά τα χρησιμοποιούν για καύσιμο. Με τις ίνες απ’ το κέλυφος των καρυδών γεμίζουν στρώματα και μαξιλάρια. Το γάλα και την ψίχα της καρύδας τα βάζουν σε γλυκά και σάλτσες. Με τους κορμούς χτίζουν. Τίποτα δεν πάει χαμένο από ολόκληρο το φοινικόδεντρο που για εκείνες τις περιοχές είναι ας πούμε ότι είναι για μας η ελιά. Χρήσιμο δέντρο. Ευλογημένο.</p>
<p>Xρήσιμοι και οι καρυδάδες! Είναι φόβος και τρόμος να περνάς κάτω από ακλάδευτα φοινικόδεντρα, ιδίως όταν κουνιούνται από τον άνεμο. Σαν χατζάρες πέφτουν από ψηλά, με δύναμη και κρότο τα βαριά, κοφτερά φύλα ή κομμάτια από τα κλαδιά τους. Σαν βόμβες οι καρύδες τους. Ντε και σε πετύχει κάτι απ’ αυτά, την πάτησες.</p>
<p>Η Sunjyot μού περιέγραφε πως «τσακώνονται τα φοινικόδεντρα μεταξύ τους, σαν να παλεύουν», όταν φυσάει ο άνεμος των μουσώνων. Λυγίζουν ως κάτω και πάνε κι έρχονται και χτυπιούνται μεταξύ τους, και όλο και πέφτουν κομμάτια από κλαδιά και καρύδες, και με τίποτα δεν πρέπει κανείς εκείνους τους μήνες να περνά από κάτω.</p>
<p>Πώς να είναι άραγε εδώ τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, με τους μουσώνες; Βρέχει λέει ασταμάτητα. Ποτάμια κατεβαίνουν στην θάλασσα κι η θάλασσα ανεβαίνει ως πάνω και παίρνει όλη την άμμο και πέφτουν αστραπές και κεραυνοί και φυσάει. Όλα είναι μέσα στη λάσπη και το νερό.</p>
<p>Ελάχιστοι ξένοι, πέντε, έξι το πολύ, παραμένουν στο χωριό εκείνους τους μήνες. Λείπουν και οι μικροπωλητές και οι εστιάτορες από την γειτονική Καρνάτακα, ή την Βόρια Ινδία, το Μανάλι, την Νταρμασάλα, οι Νεπαλέζοι, οι Θιβετιάνοι. Λείπουν και οι μεσοαστοί Ινδοί των γύρω πόλεων, που τα τελευταία χρόνια κατεβαίνουν τα Σαββατοκύριακα του χειμώνα στις παραλίες της Γκόα. Μόνο οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού παραμένουν.</p>
<p>Μετά τους μουσώνες όλα είναι καθαρά. Η άμμος ξαναρχίζει να μαζεύεται, η αμμουδιά να ξανασχηματίζεται. Τον Νοέμβριο, τον Δεκέμβριο, τον Γενάρη και τον Φλεβάρη, είναι πια όπως την ξέρουμε. Πλατιά και απέραντη σαν το άπειρο. Στιλπνή και γυαλιστερή τις ώρες της άμπωτης, όταν η θάλασσα έχει τραβηχτεί αφήνοντας πίσω της εκείνο το μαλακό χαλί από βρεγμένη άμμο, σαν τεράστια μουσκεμένη μοκέτα.</p>
<p>Την ώρα της δύσης, όταν ο ήλιος βυθίζεται στην Αραβική θάλασσα, όλη αυτή η επίπεδη, γυαλιστερή επιφάνια βάφεται ροζ. Ροζ βάφονται και τα μακρόστενα ωκεάνια σύννεφα που απλώνονται στον ουρανό, πλοκάμια έτοιμα να μας αρπάξουν και να μας πάνε ψηλά. Ή… να μας πάνε πίσω… Απόψε είναι η τελευταία βραδιά για φέτος.</p>
<p>Μόλις ο ήλιος βουλιάξει και πάλι στην Αραβική θάλασσα, θα αποχαιρετήσω τους φίλους της παραλίας, τους κρουστούς, τους χορευτές, τους κάθε είδους διαλογιστές και θα πορευτώ προς το μικρό πλίνθινο καλυβάκι της Sunjyot στην άκρη του χωριού, για τον δικό μας διαλογισμό πάνω στις δονήσεις των ήχων και την φωνητική εξάσκηση, κάτω από το βλέμμα της θεάς με το μαργαριταρένιο βραχιόλι στον καρπό.</p>
<p>Σαν πολύτιμο, μαργαριταρένιο κόσμημα στο βάθος της κρεμαστής μου τσάντας θα έχω όπως πάντα το μίνι-ντισκ του Στάθη. Σε αυτό ηχογραφώ κάθε μάθημα.</p>
<p>Το ίσο του ηλεκτρονικού ταμπουρά, οι ασκήσεις πάνω-κάτω στην ράγγα, οι οδηγίες και οι παραινέσεις της δασκάλας, οι διηγήσεις και τα γέλια της, μαζί με τους ήχους του χωριού και των περαστικών από το παραθυράκι, τα κρωξίματα των κορακιών και ο αέναος παφλασμός του ωκεανού στο βάθος, θα με συντροφεύουν όλους τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου, όπου κι αν βρίσκομαι. Είτε στο δωμάτιο μελέτης του σπιτιού μου, είτε μπροστά από το δίχτυ της σκηνής μας κάτω από ένα αλμυρίκι του Αιγαίου, ή στο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου του μακρινού βορά, κάθε πρωί θα ανοίγω το ηχητικό αρχείο με τίτλο Sunjyot lessons και θα ξεκινώ την μέρα μου, εξερευνώντας τους νόμους των δονήσεων του ήχου, που… απ’ ότι φαίνεται, κυβερνούν μυστικά όλον αυτόν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε.</p>
<p>Κρίστη Στασινοπούλου<br />
Harmal 2003 – Αθήνα 2014</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://krististassinopoulou.com/sunjyot/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Goa-scopio  Cuento de viajeros desde Goa por Kristi Stassinopoulou</title>
		<link>http://krististassinopoulou.com/goa-scopio/</link>
		<comments>http://krististassinopoulou.com/goa-scopio/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Jan 2014 18:05:14 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kristi-stathis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Blog]]></category>
		<category><![CDATA[in Spanish]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://krististassinopoulou.com/wordpress/?p=886</guid>
		<description><![CDATA[Goa-scopio Cuento de viajeros desde Goa por Kristi Stassinopoulou (Traducción Coro Acarreta) Un inmenso sol rojo, como oro derretido, se hunde en el horizonte del Océano Índico. Líneas de nubes forman dibujos psicodélicos color rosa en el cielo, y ese mismo tono rosa se refleja en una ancha y brillante extensión de arena que la [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Goa-scopio</p>
<p>Cuento de viajeros desde Goa<br />
por<br />
Kristi Stassinopoulou<br />
(Traducción Coro Acarreta)</p>
<p>Un inmenso sol rojo, como oro derretido, se hunde en el horizonte del Océano Índico. Líneas de nubes forman dibujos psicodélicos color rosa en el cielo, y ese mismo tono rosa se refleja en una ancha y brillante extensión de arena que la marea ha descubierto.<br />
Camino a lo largo de la playa interminable envuelta en una infinitud azul celeste y rosa indescriptibles.<br />
En su último libro, “Light on Life” (un precioso extracto de una vida de ochenta y cinco años), BKS Iyengar, uno de los más iluminados e importantes yoguis de nuestro tiempo, dice también, entre otras cosas sobre los astronautas, que cuando ven nuestro globo terrestre desde el espacio, caen en éxtasis y asombro, y se dan cuenta de lo pequeños e insignificantes que son en la Tierra nuestros deseos humanos, nuestras preocupaciones, nuestras diferencias, nuestras luchas, nuestra codicia.<br />
Así es también como te sientes estando aquí, en este paisaje grandioso, en esta vasta playa azul celeste y rosa, con el bosque de cocoteros detrás y las largas olas del mar frente a ti. Olas que, como el mapa indica, viajan sin obstáculos hasta el otro lado de mar, a las costas de Arabia y de Yemen. Tonos de agua… Si, por alguna razón, deciden de pronto romper contra nuestro lado, pueden inmediatamente, en pocos minutos, aniquilarnos, como si fuéramos hormigas, a todos los que estamos aquí, disfrutando cada uno a su manera, este exquisito crepúsculo en esta playa idílica de Goa.<br />
Miro a mi alrededor.<br />
Meditando en la postura del loto con sus rostros vueltos hacia occidente, yoguis en posturas difíciles…Equilibristas, juglares, acróbatas, grupos de gente practicando tai chi, qi gong, capoeira. Un poco más allá, grupos de amigos tocando el djembé y otras percusiones. Discípulos de Osho que pasan y se vuelven etéreos bailarines de la danza del vientre por un rato… Músicos practicando sus instrumentos sobre alfombras de muchos colores… Paseantes, nadadores, ciclistas, incluso algunos haciendo parapente vuelan sobre nosotros, mientras los pescadores limpian sus redes y los niños del pueblo juegan al fútbol o al cricket sobre la arena lisa y húmeda. Perros y vacas extraviados con enormes jorobas se mezclan también entre la gente que está descansado en las colinas de arena de la vasta playa, o practicando solos al otro lado, o paseando de un extremo a otro sobre la espuma de las olas.<br />
Qué está buscando aquí toda esa gente, venida de todas partes del mundo? Ese chico de Ecuador, que intenta mantener en equilibrio esas tres bolas de cristal sobre su cabeza afeitada, mientras practica al mismo tiempo la técnica del canto difónico, como los chamanes de Tuvá? Ese escuálido yogui de Milán, que parece un shadu del Himalaya? Y esa dríada irlandesa con su largo cabello blanco que le llega a las caderas, que vaga por ahí tocando la flauta? Y qué pasa con esa regordeta pero flexible chicha española con un enorme bollo, que viene a la playa todas las tardes, probando figuras de baile con el hula-hoop? Que está buscando Michael, el que cerró su negocio en Alemania y anda errante por la India, fotografiando a los maestros y centros de yoga? Qué anda buscando Alex de Nuremberg, sentado en silencio durante horas bajo las palmeras, y haciendo vipasana? Y Nick el inglés, viviendo en Katmandú desde 1972, quien también viene aquí, al sur de la península, todos los inviernos a contemplar las hermosas puestas de sol?<br />
Qué estamos buscando nosotros aquí, Stathis y yo, en este mar fangoso y peligroso, en este calor húmedo e perturbador? Siendo mediterráneos, no echamos de menos el calor, ni el sol ni el mar en absoluto…Por qué abandonamos “taxidoscopio” a su destino, nuestro “cuarto hijo”, nuestra familia, nuestros amigos y nuestra banda, paara venir aquí y despertarnos todas las mañanas a las 5 y emprender los viajes a las posturas de nuestros propios cuerpos?<br />
Equilibrio, estabilidad, flexibilidad, centralidad, autoconocimiento, alineamiento, afinación: estas son las cualidades que toda esta gente y nosotros mismos, estamos buscando y practicando, cada uno a su manera…<br />
Podría esa profecía tal vez ser verdad? La que dice que la alineación del eje de la Tierra con el eje de la Vía Láctea está produciendo el cambio en la conciencia humana, evolucionando el ser humano hasta ser una especie más avanzada. Un ser humano nuevo alineado con su Naturaleza…?<br />
Estaba quizás equivocada al pensar que esto no es nada más que otra tontería de las teorías de la “Nueva Era”? Bueno, resulta bastante obvio si observas a la gente que me rodea, aquí en esta playa de Goa y también si observas la necesidad que me ha traido aquí también. .<br />
Así que yo me alineo con esta gente que también está buscando la alineación, aquí junto a la espuma de las olas del Océano Índico, y aunque se dice que todo esto comenzará en América del Sur, quién sabe?, tal vez haya empezado ya exactamente aquí, donde me encuentrro en este momento.<br />
Dónde estoy, exactamente, ahora? No preguntes.<br />
Primero de todo, estoy de pie sobre el centro de mi talón y el triángulo de mi suela.<br />
En cuanto al lugar del mundo en el que me encuentro… Stathis vuelve a decirme lo mismo: No me había dejado escribir todos los nombres de las playas mencionadas en la contra de nuestro álbum “El secreto de las rocas”. Ahora, otra vez, me dice que no traicione el nombre de este pequeño pueblo de pescadores.…<br />
Por tanto, puedes preguntar por ahi…<br />
Y, si por casualidad, en Barcelona, te encuentras con Alberto o José, te ruego les saludes de parte de la pareja de músicos griegos que por las noches tocaban para ellos sus canciones griegas con el laouto y la guitarra, sentados todos ellos en aquel maravilloso balcón de bambú con vistas al Océano Índico.</p>
<p>Kristi Stassinopoulou</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://krististassinopoulou.com/goa-scopio/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Γκόα-σκόπιο. Στις αρχές της νέας χιλιετίας</title>
		<link>http://krististassinopoulou.com/goa-scopio-2/</link>
		<comments>http://krististassinopoulou.com/goa-scopio-2/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Jan 2014 16:54:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kristi-stathis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Blog]]></category>
		<category><![CDATA[in Greek]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://krististassinopoulou.com/wordpress/?p=880</guid>
		<description><![CDATA[Ένας κόκκινος  ήλιος, λιωμένο χρυσάφι, βουλιάζει στον ορίζοντα του Ινδικού ωκεανού. Τα αραιά σύννεφα σχηματίζουν ροζ ψυχεδελικά σχέδια στον ουρανό, ενώ το ίδιο ροζ χρώμα αντανακλάται πάνω στην φαρδιά, γυαλιστερή έκταση της βρεγμένης άμμου που έχει αφήσει πίσω της η τραβηγμένη παλίρροια. Περπατώ κατά μήκος της ατέλειωτης παραλίας μέσα σε μια απερίγραπτη, γαλάζια και ροζ [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><span id="more-880"></span>Ένας κόκκινος  ήλιος, λιωμένο χρυσάφι, βουλιάζει στον ορίζοντα του Ινδικού ωκεανού. Τα αραιά σύννεφα σχηματίζουν ροζ ψυχεδελικά σχέδια στον ουρανό, ενώ το ίδιο ροζ χρώμα αντανακλάται πάνω στην φαρδιά, γυαλιστερή έκταση της βρεγμένης άμμου που έχει αφήσει πίσω της η τραβηγμένη παλίρροια. Περπατώ κατά μήκος της ατέλειωτης παραλίας μέσα σε μια απερίγραπτη, γαλάζια και ροζ απεραντοσύνη.</p>
<p><!--more-->Στο τελευταίο του βιβλίο Light on Life (πολύτιμο απόσταγμα μιας ζωής 85 χρόνων) ο BKS Iyengar, ένας από τους πιο φωτισμένους και σημαντικούς γιόγκι της εποχής μας, αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα και στους αστροναύτες. Αντικρίζοντας, λέει, την σφαίρα της γης από το διάστημα, πέφτουν σε μια κατάσταση εκστατικής φώτισης, καθώς συνειδητοποιούν πόσο μικρές και ασήμαντες είναι οι ανθρώπινες επιθυμίες μας, οι σκοτούρες, οι διαφορές μας, οι έχθρες, η απληστία.</p>
<p><!--more-->Κάπως έτσι σε κάνει να νιώθεις κι αυτό εδώ το απέραντο τοπίο, αυτή η ατέλειωτη γαλάζια και ροζ απλωσιά με το φοινικόδασος από πίσω και τα μακρόστενα, ωκεάνια κύματα μπροστά. Κύματα που, όπως δείχνει ο χάρτης, ταξιδεύουν ανεμπόδιστα ως μακριά απέναντι στις ακτές της Αραβίας και της Υεμένης. Τόνοι νερού που, ντε και κάνουν πως έρχονται ξαφνικά κατά πάνω μας, μπορούν μέσα σε ελάχιστα λεπτά σαν μερμήγκια να μας εξαφανίσουν όλους εμάς εδώ που απολαμβάνουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, την πανέμορφη δύση του ήλιου στην ειδυλλιακή αυτή παραλία της Goa.</p>
<p><!--more-->Κοιτάζω γύρω μου.</p>
<p><!--more-->Διαλογιστές σε στάση λωτού με τα πρόσωπα στραμμένα στη δύση, γιόγκι σε δύσκολες ασάνες. Ισορροπιστές, ζογκλέρ, ακροβάτες, ομάδες ανθρώπων που ασκούνται στο τάι τσι, το τσι γκονγκ, την καποέιρα. Πιο πέρα παρέες που παίζουν τζέμπε και άλλα κρουστά, ενώ μπροστά τους περαστικές σανιάσιν του Osho μετατρέπονται για λίγο σε αιθέριες χορεύτριες της κοιλιάς. Μουσικοί που μελετούν τα όργανά τους καθισμένοι πάνω σε πολύχρωμα λόγκι. Περιπατητές, κολυμβητές, ποδηλάτες, μέχρι και  ιπτάμενοι αιωροπτεριστές που κόβουν βόλτες από πάνω μας, ενώ οι ψαράδες τακτοποιούν τα δίκτυα τους και τα παιδιά του χωριού παίζουν ποδόσφαιρο ή κρίκετ στην επίπεδη, βρεγμένη άμμο. Αδέσποτα σκυλιά και αγελάδες  με μεγάλες καμπούρες μπερδεύονται κι αυτά ανάμεσα στον κόσμο που περιφέρεται πλάι στους αφρούς των κυμάτων ή είναι αραχτός στην παχιά άμμο της απέραντης παραλίας, ή ασκείται σε κάποια απομονωμένη άκρη.</p>
<p><!--more-->Τι ψάχνουν εδώ όλοι αυτοί οι άνθρωποι, φερμένοι από όλες τις άκρες του κόσμου; Ο τύπος από το Εκουαδόρ που προσπαθεί να ισορροπήσει τρεις γυάλινες σφαίρες στο ξυρισμένο κεφάλι του, ασκούμενος συγχρόνως στο overtone singing των σαμάνων της Τούβας; Ο Ιταλός αποστεωμένος γιόγκι από το Μιλάνο που μοιάζει με σαντού των Ιμαλαϊων; Ο Ιρλανδός δρυίδας με τα άσπρα μαλλιά ως τη μέση που περιφέρεται πάνω κάτω παίζοντας την φλογέρα του; Η ευτραφής αλλά ευλύγιστη Ισπανίδα με τον τεράστιο κότσο που κάθε απόγευμα βγαίνει στη παραλία και δοκιμάζει τις φιγούρες τις στο χούλα χουπ; Τι ψάχνει ο Μικαέλ, που έκλεισε την εταιρία του στην Γερμανία και γυρνάει τις Ινδιές φωτογραφίζοντας τους δασκάλους και τα κέντρα γιόγκα σε κάθε πόλη και περιοχή; Τι ψάχνει ο Άλεξ από την Νυρεμβέργη και μένει σιωπηλός για ώρες κάτω από τους κοκκοφοίνικες ασκούμενος στην vipassana; Κι ο εγγλέζος Νικ εγκατεστημένος από το 1972 στη Κατμαντού, που κάθε χειμώνα κατεβαίνει κι αυτός εδώ στο νότο της Ινδικής χερσονήσου για να βλέπει τα όμορφα ηλιοβασιλέματα;</p>
<p><!--more-->Τι ψάχνω εγώ και ο Στάθης σε αυτή την θολή και επικίνδυνη θάλασσα, σε αυτή τη υγρή και ενοχλητική ζέστη; Που, έτσι κι αλλιώς καθόλου δεν μας λείπει εμάς των μεσογειακών η ζέστη, η θάλασσα και ο ήλιος. Γιατί παρατήσαμε σύξυλο στη τύχη του τον καινούργιο δίσκο μας, την οικογένεια, τους φίλους και την μπάντα μας και ξυπνάμε κάθε πρωί στις 5:00 και αρχίζουμε τα ταξίδια μέσα στις στάσεις του σώματός μας;</p>
<p><!--more-->Ισορροπία, ευστάθεια, ευλυγισία, επικέντρωση, αυτογνωσία, ευθυγράμμιση, συντονισμό… τέτοιες ποιότητες βλέπω να αναζητούν και να ασκούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, όλοι αυτοί γύρω μας και εμείς οι ίδιοι.</p>
<p><!--more-->Λες να είναι αληθινή εκείνη η προφητεία που λέει ότι η ευθυγράμμιση του άξονα της γης με τον άξονα του γαλαξία θα φέρει μαζί της και την αλλαγή της ανθρώπινης συνείδησης, την εξέλιξη του ανθρώπου σε ένα πιο προχωρημένο ον; Ένα ον ευθυγραμμισμένο με την φύση του…</p>
<p><!--more-->Μήπως τελικά, αυτό που το θεωρούσα άλλη μία ανοησία της «νέας εποχής», έχει κάποια βάση αλήθειας; Μια αλήθεια ολοφάνερη, ίσως! Ναι είναι φανερό, κοιτώντας γύρω μου, στην παραλία αυτή της Goa και μέσα μου, στην ανάγκη που με έφερε κι εμένα ως εδώ!</p>
<p><!--more-->Ευθυγραμμίζομαι λοιπόν κι εγώ με όλον αυτόν τον κόσμο που αναζητά την ευθυγράμμιση, εδώ στους αφρούς των κυμάτων του Ινδικού ωκεανού, και ας λένε ότι όλο αυτό θα ξεκινήσει από την Νότιο Αμερική, ποιος ξέρει μπορεί τελικά και να έχει ξεκινήσει ήδη από εδώ που βρίσκομαι …</p>
<p><!--more-->Που ακριβώς βρίσκομαι; Μη με ρωτάτε. Κατ’ αρχήν βρίσκομαι πάνω στο κέντρο της φτέρνας μου και στο τρίγωνο της πατούσας μου.</p>
<p><!--more-->Όσο για την τοποθεσία, δηλαδή, σε ποιο μέρος του κόσμου βρίσκομαι…;  Όπως δεν με είχε αφήσει ο Στάθης να γράψω ολόκληρα τα ονόματα των παραλιών στο οπισθόφυλλο από «Τα Μυστικά των Βράχων», έτσι και τώρα μου λέει να μην προδώσω το όνομα αυτού του χωριού.</p>
<p><!--more-->Ρωτήστε, και αν τύχει και βρείτε εκεί στην Βαρκελώνη τον Αλμπέρτο και τον Τζοζέ, δώστε τους τα χαιρετίσματα από το ζευγάρι των Ελλήνων μουσικών που τα βράδια τούς έπαιζαν τραγούδια με το λαούτο και το κιθαρόνι σε κείνο το μπαλκόνι από μπαμπού με θέα στον Ινδικό ωκεανό. Και καλή χρονιά !</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κρίστη Στασινοπούλου</p>
<p>Ινδία, αρχές της νέας χιλιετίας</p>
<p>(αντί συνέντευξης, για το Καταλάνικο περιοδικό Batonga!)</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://krististassinopoulou.com/goa-scopio-2/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Pelajia &#8211; German translation</title>
		<link>http://krististassinopoulou.com/pelajia/</link>
		<comments>http://krististassinopoulou.com/pelajia/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 16 Nov 2013 08:06:31 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Blog]]></category>
		<category><![CDATA[in German]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://krististassinopoulou.com/?p=792</guid>
		<description><![CDATA[One of the seven mystery short-stories from Kristi Stassinopoulou's book 'Seven Times in Amorgos', translated in German]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: center">One of the seven mystery short-stories</p>
<p style="text-align: center">from the book</p>
<p style="text-align: center"><a title="WRITINGS" href="http://krististassinopoulou.com/writings/"><strong>Seven Times in Amorgos</strong></a></p>
<p style="text-align: center">Kristi Stassinopoulou</p>
<p style="text-align: center"><em>(Kastaniotis Publishers, Athens 1993)</em></p>
<p style="text-align: center"><em> German translation: Matthias Hardte</em></p>
<p>&#8220;Pelajiaaaa! Pelajiaaaaaaa!&#8221; schien der Wind die ganze Nacht hindurch zu rufen, während er über die spärlichen, ausgetrockneten Bäume, die vereinzelten Häuser, die verfallenen steinernen Pferche und rostige Traktoren hinwegblies. Er fuhr mit Gewalt die versteckten Schluchten hinab bis an die Küste der Insel, Tonnen gelben Sandes aufwirbelnd, und erreichte schließlich den Hafen. Dort packte er die weggeworfenen Konservendosen und leeren Mineralwasserflaschen aus Plastik und ließ sie in wildem Rhythmus mit blechernem Geschepper umherwirbeln. Im gleichen Rhythmus bewegte er auch die wenigen Straßenlaternen, so dass ihre trüben Lichtkegel und die Schatten, die sie warfen, in der Dunkelheit einen bizarren Tanz aufführten.</p>
<p>Es war vier Uhr morgens, noch vor dem ersten Tageslicht. Zu dieser Zeit, Ende September, waren die Tage bereits kürzer und die Zahl braungebrannter Touristen, die den Sommer über die Insel bevölkerten, weniger geworden. Und in dem Maß, wie die Stunden der Dunkelheit zunahmen, wurde auch der Himmel über der Insel schwerer von grau vorüberziehenden Wolken, erschienen die senkrechten Linien der dunkelbraunen Berge noch strenger, wie tiefe Falten im Gesicht einer alten Frau. Verlassen und verschmutzt erwarteten die Strände und Wege den Winter. Halb zerrissene Zelte, ausgebleicht und zerfranst, blieben der Wut des Windes überlassen, da sie jetzt nicht mehr gebraucht wurden die hellhäutigen Touristen zu schützen, die die Insel verließen wie treulose Bräutigame im Vergessen all ihrer Liebesschwüre.</p>
<p>Vier Uhr morgens also, die Lichter des letzten Septemberschiffes verschwanden langsam in der Ferne auf dem aufgewühlten Meer. Schwankend machten sich die drei Freunde auf den Weg. Das Warten auf das Schiff bis in die frühen Morgenstunden, immer in Gesellschaft ausländischer Freundinnen, die unter Tränen die Insel verließen, war jedes Mal eine Gelegenheit dem Alkohol zuzusprechen, und wenn das Schiff wie heute &#8211; wie meistens ¬Verspätung hatte, überschritten die genossenen Mengen schnell die Grenzen dessen, was sie vertrugen, auch wenn sie als junge Inselburschen ziemlich trinkfest waren. Angefangen hatten sie mit den Rakis und Ouzos der Großväter, später gingen sie in den Diskotheken und Bars am Strand zu Barcardi, Tequila und Whisky über, so dass sie immer im Training waren. Diese drei schleppten sich nun also lauthals lachend von der Mole auf die wenigen weißen Häuser des Hafenortes zu. Es gab nur wenig, das ihre andauernde ausgelassene, dumpfe Heiterkeit dämpfen konnte.</p>
<p>Sie waren bis zu einem gewissen Alter mit all den Vorrechten und Annehmlichkeiten des &#8220;Sohnes&#8221; aufgewachsen, der den Namen der Familie weitertragen würde. Besuch einer weiterführenden Schule in Piräus, der Vater zum Geld verdienen auf See, ein halb abgeschlossenes technisches Studium, ein wenig Herumreisen in Europa, meist zu Gast bei einer verliebten Deutschen &#8211; die im günstigsten Fall auch das Ticket bezahlte &#8211; und im Sommer Gelegenheitsjobs hier auf der Insel, in Bars oder Ouzokneipen, Fahrradvermietung oder Bootsverleih am Strand, auch ein wenig Mithelfen auf dem Grundstück der Familie. &#8220;Rooms, rooms, rooms&#8221; ohne sich viel dabei zu denken. Und zu diesem Leben gehörte wie das Salz in die Suppe das Witzereißen, das sich gegenseitig Aufziehen und sich Späße erlauben, wie eine Art Geheimsprache, die sie seit ihrer Kindheit wie eine Bruderschaft zusammenhielt. Es waren also drei Freunde aus demselben Dorf, derselben Schule, untereinander verschworen in ihrer Schlitzohrigkeit, die im Morgengrauen jenes Tages im September torkelnd von der Mole heraufkamen.</p>
<p>Der jüngste Spaß, den sie sich ausgedacht hatten, stellte allerdings alles bisher dagewesene in den Schatten. Dank seiner hatten sie sich Nächte hindurch halb totgelacht und waren zu vielen schnellen Affären gekommen. Dank dieses Spaßes hatten sie auch die schwierigsten Mädchen dazu gebracht, ihre Zelte und Schlafsäcke im Stich zu lassen und statt dessen in ihren Sicherheit versprechenden Armen zu nächtigen.</p>
<p>&#8220;Alle, aber auch alle beißen an!&#8221; rief Christos johlend. &#8220;Keine, keine einzige, die die Wahnsinnsgeschichte von Pelajia nicht geglaubt hat!&#8221;</p>
<p>&#8220;Pelajia! Pelajia!&#8221; schrie Thanos.</p>
<p>&#8220;Pelajia! Pelajia!&#8221; schrie Panajotis, und sie lachten so sehr, dass sie davon fast wieder nüchtern wurden.</p>
<p>Pelajia war in den frühen sechziger Jahren eines der glücklichen, mit guter Mitgift ausgestatteten Mädchen aus Langada, dem auf dem Hügel über dem Hafen thronenden Dorf, von wo aus man die Bucht in ihrer ganzen Schönheit bewundern konnte, die später von den Franzosen Le Grand Bleu getauft werden sollte. Derselbe gewundene Weg, der heute noch existiert &#8211; eine Stunde Gehzeit &#8211; verband auch damals Langada mit den spärlichen paar Häusern unten am Hafen. Elektrizität gab es damals auf der Insel noch nicht. Die großen Schiffe konnten nicht an der Mole anlegen; dort machten nur die Kaikia und kleinen Boote fest, die die schweren Kisten und vereinzelten Passagiere vom Schiff an Land brachten.</p>
<p>Die jungen Burschen träumten vom Auswandern nach Amerika oder Australien. Die Mädchen träumten von einer guten Partie, was bedeutete, dass sie später in Athen leben würden. Andernfalls, das wussten sie, stand ihr Schicksal bereits fest: Sie würden ihr Leben damit zubringen, Pferdeäpfel vor ihrer Tür wegzuputzen, Kinder zu gebären und in den engen weißen Gassen des Dorfes groß zu ziehen, und die einzigen Farbtupfer in ihrem Leben wären der Basilikumstock und die Topfblumen vor ihrem Fenster.</p>
<p>Pelajia hatte jedenfalls Glück gehabt. Ihre Familie war eine der reichsten auf der Insel und hatte dafür gesorgt, dass ihre Verlobung mit einem Mann erster Wahl eingefädelt wurde, für den in jener Zeit in ihren geheimsten Träumen viele Mädchen des Dorfes schwärmten. Alles, was Pelajia den ganzen Tag zu tun hatte, war ihre Brautausstattung zu besticken und darauf zu warten, dass Manolis sein letztes Studienjahr abschloss und den Militärdienst herumbrachte, um sie dann mit sich nach Athen zu nehmen, wo eine moderne Wohnung ihrer Liebe und später ihrer Familie ein Zuhause geben würde.</p>
<p>Im Frühjahr feierten sie Verlobung. Manolis blieb die Ferien über auf der Insel, damit sie sich besser kennen lernen konnten. Für Pelajia waren diese Sommermonate wie ein Märchen. Tagsüber machte er mit ihr Ausflüge auf die Felder seiner Familie oder sie fuhren mit dem Boot in der Bucht spazieren. Abends ging er mit ihr oft in die Kneipe, die zu besuchen zu jener Zeit fast ausschließlich den Männern und nur ganz wenigen Frauen vorbehalten war. Unten in Äjali hatte eine eigentümliche Entwicklung eingesetzt.</p>
<p>Es war in jenen Jahren, dass immer mehr ausländische Touristen mit seltsamer Kleidung und fremdartigen Sitten auf die Insel kamen. Sie trugen sackartige Gewänder und lange Haare, für die bis dahin weltabgeschiedenen Inselbewohner eine unbekannte und bedrohliche Erscheinung. Die jungen Burschen gingen immer öfter an die Strände hinunter, gefesselt vom Anblick der schlanken Körper, der Freizügigkeit und Ungezwungenheit jener fremden blonden Mädchen aus dem Norden.</p>
<p>Es war nicht Manolis&#8217; Schuld und auch nicht die Pelajias, dass eine solche blonde Frau plötzlich zwischen sie trat, ihre so ehrbaren Pläne durcheinander warf und sie auseinander brachte. Manolis verschwand für immer von der Insel. Die Familien der beiden sprachen ab sofort jahrelang nicht mehr miteinander. Pelajia, entehrt und sitzen gelassen, überließ sich immer mehr ihrer Scham und Trauer und nach und nach verfiel sie dem Wahnsinn. Nachts wanderte sie phantasierend die Wege der Insel entlang. Mit nichts bekleidet als ihrem dünnen weißen Nachthemd lief sie durch die Kälte, das Haar aufgelöst und windzerzaust. Im Sommer trug sie ihre Zorn hinab ans Meer und versuchte dort die in ihr tobende Wut zu beruhigen, sie beschimpfte die Fremden mit so unsagbaren Beleidigungen, dass alle sich fragten, wo sie jemals solche Worte gehört hatte. Ihre Familie versuchte sie zur Vernunft zu bringen, indem sie sie im Haus einsperrten und sie schließlich sogar festbanden. Pelajia jedoch erschreckte die Dorfbewohner mit solch wüstem Geschrei, Beschimpfungen und Flüchen, dass bei ihren Eltern die Scham vor den Nachbarn größer wurde als die Sorge um ihre Tochter. So ließen sie sie frei, und von da an streifte sie wieder umher.</p>
<p>Niemand fand heraus, nachdem sie sie von der Wegbiegung abgestürzt neben der Quelle fanden, ob sie gesprungen oder gefallen war. Alle, außer ihrer Familie waren jedoch der Meinung, dass das Mädchen jetzt Ruhe gefunden habe, und sie beteten für ihre gequälte Seele.</p>
<p>Das ist also die traurige Geschichte der Pelajia aus Langada, die auf Amorgos jeder kennt, wobei die Älteren sich noch selbst an sie erinnern. Oft werden jedoch die Menschen aus Überdruss oder durch die täglichen Mühen hart und zynisch; und so schreckten etliche nicht davor zurück, den Namen Pelajias spöttisch in einer feixenden Gesprächsrunde zu erwähnen, wenn wieder einmal ein Bekannter sich mit seinen Eroberungen und Abenteuern mit dem anderen Geschlecht aus anderen Ländern groß tat.</p>
<p>So hatte auch der Spaß der drei Burschen aus unserer Geschichte ihren Anfang genommen. Ein Spaß, der diesen Sommer zu ihrer hauptsächlichen und fast ausschließlichen Beschäftigung geworden war. Wie viele Touristinnen, aber auch Griechinnen, verließen die Insel wie verzaubert, ihre Gedanken voll nicht nur von der wahren Geschichte, sondern auch all dem dazu Gesponnenen, mit dem die drei Freunde sie immer weiter ausschmückten. Wie viele Nächte saßen die drei nicht bis zum Morgengrauen in der Bar, die keine Sperrstunde kannte, oder an den leeren Tischen vor dem großen Cafe, bis es morgens aufmachte, und erzählten die schreckliche Geschichte der Pelajia, wobei ihre Fantasie immer mehr dazu erfand. Und wenn der Wind wehte, so wie heute nacht, oder in den mondlosen Nächten veranstalteten sie Spaziergänge die Bergpfade hinauf &#8211; ohne Taschenlampen &#8211; bis zu jener Wegbiegung nahe der Quelle, wo, wie man erzählte, jene furchterregende, bleiche und hagere Gestalt erschien und die Vorübergehenden, vor allem die Mädchen, mit brutalen und schamlosen Flüchen erschreckte, die in einem nicht abreißenden Schwall aus ihr hervorbrachten, mit einer Stimme wie man sie höchstens aus den schlimmsten Alpträumen kannte.</p>
<p>Es brauchte nur ein wenig Lektüre der Bücher von Orora, die diesen Sommer auf der Insel herumgingen und im Leinenbeutel jedes zweiten Touristen zu finden waren, oder von Zeitschriften, die angeblich den Zugang zum Zweiten Gesicht öffneten, und deren Auflage seit kurzem deutlich zunahm, ein wenig bewusstseinserweiternden Rauch oder eine Vorgeschichte mit Drogen, der vielleicht schon ein paar Gehirnzellen zum Opfer gefallen waren, und der Geist der Opfer der drei Freunde war nicht nur bereit zu glauben, was diese erzählten, sondern auch eine derartige Erfahrung selbst zu erleben.</p>
<p>Andere stiegen im Morgengrauen enttäuscht zurück hinab ans Meer, da sie erkannt hatten, dass sie nicht zu der auserwählten Schar der &#8220;Empfänglichen&#8221; gehörten, die die Gabe haben, Botschaften aus anderen Welten &#8211; ob schön oder schrecklich &#8211; wahrzunehmen. So beschränkten sie sich im weiteren auf den irdischen Genuss der Gesellschaft der jungen Burschen, die sie von da an entweder als &#8211; durchaus romantische &#8211; Phantasten ansahen, oder von denen sie annahmen, dass sie schon viel &#8220;weiter&#8221; seien als sie selbst, auch wenn sie nicht mit gleicher Hingabe die überall gepriesenen mystizistischen Blättchen oder die Bücher der Feuerwelt verschlungen hatten.</p>
<p>Es gab auch viele, die sich von diesem Zeitpunkt an nachts fürchteten, wenn sie den letzten Bus nach Langada verpasst hatten und gezwungenermaßen in einem geliehenen Schlafsack am Strand, nach der Sperrstunde hinter der Bar oder auf der Terrasse der Diskothek übernachteten, für gewöhnlich dann meistens in den Armen just eines jener drei Burschen, die für ihre Angst verantwortlich waren.</p>
<p>Die Geschichte der Pelajia war also nicht nur zum Lachen gut, sondern auch für andere Dinge. Daher dauerte es nicht lange, bis sie zum gemeinsamen Geheimnis der Mehrheit der Inselburschen wurde.</p>
<p>&#8220;Wir werden den ganzen Winter was zum erzählen haben!&#8221; freute sich Thanos.</p>
<p>&#8220;Warte erst mal, wie viele Winter Nancy davon erzählt!&#8221; Christos konnte sich kaum noch halten. &#8220;He, Panajotis, mach deinen Laden auf, dann können wir beim Raufgehen noch ein Bier trinken.&#8221;</p>
<p>Der Namen Nancy brachte neues Gelächter, während Panajotis noch mal für eine letzte Runde Bier die Bar aufschloss.</p>
<p>&#8220;Bei ihr hast du es aber wirklich übertrieben, dich mit dem weißen Laken vor sie hinzustellen! &#8221;</p>
<p>&#8220;Genau, und hinter dem Baum fängt Thanos an zu rufen: &#8216;Huuuh, huuuh, huuuh!&#8217; Das Mädel ist fast übergeschnappt. &#8221;</p>
<p>&#8220;Die kommt bestimmt nicht wieder&#8230;&#8221;</p>
<p>&#8220;Auch egal, dafür kommen andere, und dann wieder andere, aaaaandere! Der Nordwind soll heulen, und wir lassen&#8217;s uns gut gehen, und die Pelajia immer mit dabei!&#8221;</p>
<p>&#8220;Genau, die Palajia! Pelajia! Pelajiaaaa! Heilige der Meere, wo bist du?&#8221; rief Christos und tanzte mit ekstatisch hoch erhobener Bierdose schwankend umher.</p>
<p>&#8220;Pelajiaaa, Pelajiaaa, die Heilige von hiaaa!&#8221; sangen die anderen bei den unter Gelächter, während sie Langada entgegenstiegen.</p>
<p>Sie hatten die letzten Dosen Bier fast ausgetrunken, gleich würden sie sie zu den Tausenden anderer werfen, deren blechernes Geschepper eins wurde mit dem Rhythmus des Windes, der weiterhin wie verrückt blies.</p>
<p>Es hatte wohl abgekühlt, schließlich war es auch schon Ende September. Jene eisige Kälte jedoch, die Christos plötzlich spürte, hatte nichts Natürliches. Es war wie der Schauder einer unnatürlichen Berührung, den er zuerst im Gesicht, dann am ganzen Körper fühlte. Er wich erschrocken zurück und bemerkte in diesem Moment, dass seine Freunde dasselbe spürten. Was geschah da? Sie standen bewegungslos wie Steinfiguren. Die Fingerspitzen ihrer erhobenen Hände hielten noch die kalten Blechdosen, die Beine schief erstarrt im schwankenden Gang. Für eine Sekunde, die ihnen wie ein Jahrhundert vorkam, lauschten sie aufgeregt. Der Wind rief einen Namen: &#8220;Pelajiaaa&#8230; Pelajiaaa&#8230;&#8221; und der kalte Hauch, der sie einhüllte kam geradewegs aus der Quelle vor ihnen.</p>
<p>Waren sie schon so weit gegangen? Waren sie in ihrem Suff so schnell bis an die Wegbiegung gelangt? Hierher, an die Quelle Pelajias? Und der Wind und der unsichtbare kalte Hauch zeigte ihre Ankunft an?</p>
<p>Sie konnten kein Wort zueinander sprechen. Sie konnten auch die schreckliche, stolze, hagere, weiße Gestalt nicht genau erkennen, die sich wie eine Erinnye vor ihnen aufbaute. Ihre Hände erstarrten vor Grauen, genauso ihre Beine. Und wie sie schließlich schreckerfüllt den Weg wieder hinabstürzten, konnten sie nicht wirklich ausmachen, ob die seltsamen Geräusche, die sie wie in einem Alptraum verfolgten, ein Schwall von hemmungslosen Flüchen, Schreien, Silben einer vergessenen Sprache waren oder nur der Lärm der Bierdosen, die über die ausgetretenen Steine des Pfades hinter ihnen her rollten.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://krististassinopoulou.com/pelajia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Pelagia &#8211; English translation</title>
		<link>http://krististassinopoulou.com/pelagia/</link>
		<comments>http://krististassinopoulou.com/pelagia/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 15 Nov 2013 07:58:29 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kristi-stathis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Blog]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://krististassinopoulou.com/?p=789</guid>
		<description><![CDATA[One of the seven mystery short-stories from Kristi Stassinopoulou's book 'Seven Times in Amorgos', translated in English.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>PELAGIA</strong></p>
<p><strong>from the book </strong></p>
<p><strong>Seven Times in Amorgos</strong></p>
<p><strong>by Kristi Stassinopoulou</strong></p>
<p><strong>translated in english </strong></p>
<p><strong>by Ivet Varvaressou</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>“Pelagiaaaa! Pelagiaaaa!”</p>
<p>Throughout the night as the wind howled among the few leafless trees, scattered building sites, crumbling stone walls and rusty tractors, it seems to be howling out the name. Gusts blew relentlessly down hidden ravines to the island’s beaches, raising clouds of yellow sand even as far as the port, whipping up discarded cans and plastic water bottles, tossing them about with a raucous clatter.</p>
<p>It was four in the morning, not quite dawn, the end of September. Daylight hours were receding along with the motley crowds of sunburned tourists. As the night lengthened, scudding grey clouds covered the sky and the brown cliffs seemed even more forbidding, like deep wrinkles in an old woman’s face.</p>
<p>The sandy beaches and coastal paths, now deserted and littered, waited for winter. Half-torn awnings, their colours and fringes faded, were no longer needed to shade the now departed blonde visitors, faithless fiancés who had forgotten their vows.</p>
<p>At this early hour, the lights of the last ship of the month were slowly vanishing over the choppy sea. The group of three young men staggering away from the port had made the best of yet another opportunity for farewell drinks with another group of foreign girlfriends weeping their final farewell.</p>
<p>As usual, the ship had been delayed, and although these local youths prided themselves on being able to hold their liquor, having graduated from their grandfathers’ raki and ouzo to Bacardi, tequila and whisky at seaside discotheques, they were now somewhat worse for the weather. They giggled as they made their way from the wharf<b> </b>back to the few white-washed houses of the port.</p>
<p>There wasn’t much that could spoil their permanent state of indolent bliss. From birth they had been accorded the comforts and privileges due to sons who would carry on family names – high school in Piraeus, fathers absent in the merchant marine, a couple of years at a technical college, some fooling around in Europe as the guest of a love-sick German girl (the fares often thrown in), odd summer jobs at one of the island bars or canoe rentals on the beach, a bit more labouring in the family fields. The added spice to these carefree lives was their mutual code of understanding, the teasing and practical jokes that had begun in their early childhood.</p>
<p>It was their most recent game, however, that had given them untold delight on raucous nights, as well as countless adventures; a game that had brought even the most unapproachable girls out of their tents and sleeping bags to seek shelter in the safety of their arms.</p>
<p>“They all fell for it!” laughed Christos, “Not a single one of them doubted the terrible story of Pelagia.” “Pelagiaaa! Pelagiaaa!” shrieked Thanos. “Pelagiaaa! Pelagiaaa!” echoed Panayiotis, as they all doubled up with laughter.</p>
<p>Back in the early 1960s, Pelagia was one of the luckiest, most gifted girls in Langada, the village perched above the port, with wide views over the beautiful bay<b> </b>that French filmmakers later made famous as “The Big Blue”.</p>
<p>The same cobblestone road still winds up from the port, at that time consisting of only a few buildings. Electricity had not yet been brought to the island. Passenger ships had to anchor offshore, their few passengers and goods ferried into port by fishing caiques and rowboats.</p>
<p>Young men dreamed of escape to America or Australia, girls longed for a good marriage and a move to Athens as an escape from the drudgery of scrubbing donkey droppings from their doorsteps, kneading dough and raising their children in the narrow white lanes, and as the only concession to beauty, perhaps a pot of basil or jasmine outside their window.</p>
<p>But Pelagia had been lucky. Her family, one of the richest on the island, had arranged an engagement for her to a boy on whom most of the village girls had set their sights. Now all Pelagia had to do was embroider her dowry and wait for Manolis to finish the final year of his studies, complete his military service and take her away to Athens to the modern apartment that was to house her dream of love and a family.</p>
<p>The engagement was held in spring and Manolis spent the summer on the island so they could become acquainted. The summer months passed like a dream to Pelagia, with trips to Manolis’ fields or boat rides in the harbor . During the evenings he would take her to one of the ouzo bars, where in those days only men and just a few women had the privilege of frequenting.</p>
<p>Down in Yiali there were changes afoot. It was the year in which more and more foreign holidaymakers arrived, dressed in peculiar clothes and with even more peculiar habits, wearing backpacks and long hair, all strange and dangerous fruit to the islanders. Local boys began to frequent the beaches, drawn by the sight of the long lean bodies and the free and easy ways of the blonde girls from the north.</p>
<p>It was neither Manolis’ nor Pelagia’s fault that one of these blonde girls came between them, upsetting their careful plans and driving them apart.  Manolis left the island forever. For years to come, their families never exchanged a word. Dishonoured and abandoned, Pelagia faded away, her shame and melancholy gradually driving her insane.</p>
<p>Wearing only a white silk nightgown against the chill, she wandered the lanes at night talking to herself, her hair matted and windblown. Driven by her demons, in summer she would run wildly down to the shore, cursing foreigners with terrible insults that no one imagined she even knew. Her family tried to restrain her by locking her in, even tying her up, but her screams and curses only intensified. More embarrassed by what the neighbours had to listen to, than fearful for her own safety, her parents let her go out into the streets once more. On the day they found her lying lifeless next to the well below the road, no one knew whether she had jumped or just stumbled. But everyone, apart from her own family, decided that she was now at peace, and prayed for her tortured soul.</p>
<p>That was the sad story of Pelagia, known to every inhabitant of Amorgos. The older folks even remember the girl herself. Yet people are sometimes cruel and cynical, whether out of boredom or hardship; later, some didn’t even baulk at making fun of Pelagia or making jokes at her expense when boasting of conquests with the other sex, particularly with other nationalities&#8230;</p>
<p>And that was more or less how the story of our three young friends began. It had become a standing joke between them that summer, one that had given them plenty of mileage with girls (tourists and even Greeks) fascinated by the story itself and even more by the way the three embellished it with lurid details.  They spent countless nights spinning the yarn until dawn at local bars, or around empty tables at Kyra Katina’s taverna, waiting for her to open up for breakfast.</p>
<p>On moonless nights, or when the wind was blowing wildly as it was on this particular night, they would take the girls on walks, leaving flashlights behind, up to the turn in the road above the well where the fearsome willowy white ghost of Pelagia was rumoured to appear, screaming cruel insults at passers-by, particularly girls, terrifying them with shrill curses only heard in one’s worst nightmares.</p>
<p>Many of these girls were only too willing to believe the boys’ story, their minds already fuddled either by the occasional joint, or by stories of the supernatural that were popular that summer in books and magazines. Some even longed for the chance to experience it for themselves, but&#8230; not all of them had the gift of being receptive from messages from another world&#8230; Instead, after wandering dejectedly round the port, they were content to enjoy the more earthly pleasures provided by these young men who, they decided, either had too vivid an imagination and were therefore “romantic”, or else&#8230; were on a higher plane of consciousness&#8230;</p>
<p>Not every girl was bold enough to go as far as that turn in the road; but those who had missed the last bus to Langada were forced to borrow a sleeping bag from someone else on the beach, dossing down behind the bar once it closed, or on the roof of the discotheque, usually in the arms of one of our three friends who were only too willing to provide a protective embrace.</p>
<p>So the story of Pelagia served a number of purposes beyond a practical joke, purposes that were soon common knowledge among most of the island’s young men.</p>
<p>“We’ll be talking about this all winter!” laughed Thomas. “Imagine how many winters Nancy will be talking about it,” chuckled Christos, adding: “Hey, Panayioti, open up the shop and give us a beer for the road.” The name Nancy caused even further merriment, as Panayioti unlocked his shop to hand out the last of the beers. “I think you overdid it in her case, appearing in a white sheet!” “What about Thanos howling from behind a tree? She almost lost her mind!” “She won’t be back here!” “Never mind, there’s plenty more where she came from! The north wind will blow us plenty more, and we’ll be waiting for them, with Pelagia!” “Yes, Pelagiaaa, Pelagiaaaaaa, where are you!” cried Christos, staggering about with his beer can.</p>
<p>The others echoed his cries as they laughed and sang their way up the hill to Langada.The last beer can had almost been drained and tossed away after the others rattling down the road, blown about by the wind that had begun to howl in earnest.</p>
<p>A chill was in the air. It was the end of September, but an unnaturally cold draft brought Christos to an abrupt halt. It was a shiver, like an eerie stroking, first over his face and then down his whole body. He stepped backwards in fear, then saw that the others had felt it too. What was happening? They stood frozen in their tracks, listening for a sound. The wind seemed to be howling a name: “Pelagiaaaa, Pelagiaaa!” The unearthly chill enveloping them was coming straight out of the well, right in front of them.</p>
<p>Had they already reached the turn in the road in front of Pelagia’s well?  Was that other-worldly feeling nothing more than the wind announcing her arrival?</p>
<p>They didn’t wait to exchange a single word, not even to get a closer look at the white willowy form rising before them like one of the Furies. Paralysed by terror, the boys managed to stumble down the hill, not knowing whether the terrible sounds echoing behind them were curses in some forgotten language or just the noise made by empty beer cans clattering after them on the weathered cobblestones.</p>
<p><b><i> </i></b></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://krististassinopoulou.com/pelagia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
